ΘΑ ΧΥΘΕΙ ΑΙΜΑ
THERE WILL BE BLOOD του Πολ Τόμας Άντερσον
Υπόθεση: Όταν ο Πλέινβιου πληροφορείται μυστηριωδώς ότι σε μια μικρή πόλη κάπου στα δυτικά αναβλύζουν τόνοι πετρελαίου, αποφασίζει να πάρει την τύχη στα χέρια του και μετακομίζει μαζί με το γιο του H.W. (Ντίλον Φρίζιερ) στη σκονισμένη Little Boston. Σε αυτή την πόλη, όπου το κέντρο της ζωής των κατοίκων είναι η εκκλησία του χαρισματικού ιεροκήρυκα Έλι Σάντεϊ (Πολ Ντάνο), o Πλέινβιου και ο H.W. «πιάνουν την καλή». Ωστόσο, αν και όλοι πλουτίζουν χάρη στην πετρελαιοπηγή, τα πάντα αλλάζουν καθώς οι συγκρούσεις κλιμακώνονται και κάθε ανθρώπινη αξία - η αγάπη, η ελπίδα, η συνύπαρξη, η πίστη, η φιλοδοξία, ακόμη και ο δεσμός μεταξύ πατέρα και γιου - απειλούνται από τη διαφθορά, την απάτη και τη ροή του πετρελαίου.
Που να το φανταζόμαστε ποτέ ότι θα βλέπαμε το πνεύμα του
Όρσον Γουέλς
να "στοιχειώνει" την κινηματογραφική ψυχομηχανή του Πολ Τόμας Άντερσον
και μας κάνει να αναφωνούμε ρυθμικά εκστασιασμένοι:
να' τος ο διάδοχος, να ο "ΠΟΛΙΤΗΣ ΚΕΪΝ" του 21ου αιώνα....
Να η καλύτερη ταινία της χρονιάς ! - ΘΑ
ΧΥΘΕΙ ΑΙΜΑ (Paul Thomas Anderson, Daniel Lupi, JoAnne Sellar
)
Η καλύτερη σκηνοθεσία! - Paul Thomas Anderson
Το καλύτερο διασκευασμένο σενάριο! - Paul Thomas Anderson, βασισμένο
στο βιβλίο του ΑΠΤΟΝ ΣΙΝΚΛΕΡ "OIL!"
Η καλύτερη μουσική επένδυση! - Jonny Greenwood (ex RADIOHEAD)
Η καλύτερη φωτογραφία! - Robert Elswit
Το καλύτερο μοντάζ! - Dylan Tichenor
Το καλύτερο σκηνικό σετ ! - Jim Erickson
Και πάνω απ' όλα οι καλύτερες ερμηνείες του αιώνα που διανύουμε (Ντάνιελ Ντέι Λιούις και Πολ Ντάνο):
"θεϊκές" , μοναδικές απροσπέλαστες
! Εγκεφαλικές, "κουραστικές", εξοντωτικές, "διαβολικές",
ερμηνείες που σε κάνουν να πιστεύεις ότι τα όρια της Τέχνης οριοθετούνται
και γίνονται σημείο αναφοράς εδώ, σε αυτή την ταινία... Στο ΘΑ
ΧΥΘΕΙ ΑΙΜΑ ΚΑΘΟΡΙΖΕΤΑΙ η έννοια της δημιουργικής αυθεντίας
ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΑ. Σηματοδοτεί την υποκριτική λειτουργία εκτοξεύοντάς την
στο απόγειο της 7ης Τέχνης.
Οι πολιτικές αλληγορίες ανιχνεύονται από την πρώτη σκηνή και σιγά σιγά ακολουθούν το ιστορικό , θρησκευτικό και κοινωνικό μονοπάτι που θα τις φέρει σε σύγκρουση.
Η αισθητική του αποδραματοποιημένου ρεαλισμού, και η μελοποίηση του
ιστορικού έπους σε σέρνουν στη μέθη της μέθεξης!... Συνολικά τα 158'
της ταινίας χωρούν στην ανθολογία του παγκόσμιου σινεμά χωρίς να πετιέται
ούτε δευτερόλεπτο, από καταβολής του, χωρίς μισόλογα
και προκαταλήψεις. Προσωπικά το στοίχημα δεν είναι αν είναι η καλύτερη
ταινία της χρονιάς (χωρίς αμφιβολία, υπάρχουν και οι Κοέν, αλλά, άλλο
Κοέν και άλλο ... Γουέλς, συγγνώμη), αλλά για το από ΠΟΣΕΣ χρονιές
είναι η καλύτερη; Για μένα , μετά το 2046 του Γουόνγκ
Καρ Βάι το 2004,
καμμία ταινία δεν με είχε αγγίξει τόσο βαθιά, φορμαλιστικά, εγκεφαλικά,
συναισθηματικά, με λίγα λόγια και αισθητικά, άρα πρακτικά απαντώ τουλάχιστον
των 4 τελευταίων
ετών. Όμως, βλέποντας χιλιάδες
ταινίες
από το 2000 και έπειτα πως να μην ξεχωρίζει το ΑΙΜΑ ως
καλύτερη;
Ε, αυτό ΔΕΝ είναι καθόλου υπερβολή! Είναι η πραγματικότητα που βίωσα! Και μακάρι
να βιώσετε και σεις!
Τα αριστουργήματα βγαίνουν σπάνια, απρόβλεπτα, υπόγεια και απροειδοποίητα,
όταν όμως σε πλησιάζουν και είναι κοντά σου ΔΕΝ τα προσπερνάς ! Γιατί
σας προειδοποίησα ήδη.... Μιλάμε για ένα κινηματογραφικό έπος με ρίσκο
και τόλμη άνευ προηγουμένου, στην ιστορία του σινεμά τα τελευταία 50
χρόνια! Κυριολεκτικά σε παγιδεύει αυτάρεσκα και σου δίνει γενναιόδωρα
αυτό που θα ήθελες να ζήσεις σήμερα από έναν πρωτοπόρο ΠΟΛΙΤΗ
ΚΕΪΝ ή το επικό ΟΣΑ ΠΑΙΡΝΕΙ Ο ΑΝΕΜΟΣ, εν
έτει 2008. Ακόμα περισσότερο.... καμία σχέση με όσα έχετε δει, όντας μοναδικό και "όσο χρειάζεται" αβανγκάρντ, σε αργόσυρτο όχημα αλλά με γκάζι "περιεχόμενο" , ακατάλληλο για σκουριασμένα και αρτηριοσκληρωτικά μυαλά, αλλά ιδανικό για κοινό με ιδεολογικές ανησυχίες και κουρασμένο από κοινότυπες ελεγείες. Η αλλαγή του προηγούμενου αιώνα στο κατώφλι του, μαζί με το αμερικάνικο όνειρο, την ευημερία, τον πλούτο, την απληστία, έφερε και το τέλος της "Άγριας Δύσης" που ξέραμε, η επανάσταση στη βαριά βιομηχανία και τις μεταφορές - πριν το "Κραχ" - άλλαξε το παραδοσιακό πεδίο μάχης και μετέτρεψε από τη μιά μέρα στην άλλη ερήμους σε πόλεις. Καπιταλισμός και θρησκεία είναι όψεις του ίδιου νομίσματος
Δε νομίζω να υπάρξει σινεφίλ που να αγνοήσει το φιλμ ως καλύτερη απόδειξη
του πως ο Όρσον Γουέλς "ζει" στο πνεύμα και την ψυχή του
μεγαλύτερου ταλέντου του αιώνα μας! Πόσο χρονών ήταν ο Γουέλς στον ΠΟΛΙΤΗ
ΚΕΪΝ; 26! Ε, τόσο και ο Άντερσον στο BOOGIE NIGHTS το
1997, παρακαλώ... Μετά από 10 χρόνια μας το επιβεβαιώνει πλήρως αφού
έβαλε την υπογραφή του στο ΘΑ ΧΥΘΕΙ
ΑΙΜΑ ! Και ξέρετε κάτι; Είναι από τις ταινίες που δεν
τις χορταίνεις να τις βλέπεις λιγότερο από .... τρεις φορές ! Προσοχή όμως, μη νομίσετε ότι θα "καλοπεράσετε" στην προβολή, η ταινία είναι εντελώς αντίθετη του mainstream και θα πρέπει να το αποδεχθείτε εξαρχής, για να μην παρεξηγηθούμε.
Συμπέρασμα
Επιτέλους ένα φιλμ που αγγίζει το τέλειο στη σκηνοθεσία, φωτογραφία , μουσική, μοντάζ και υποκριτική καθοδήγηση. Πράγματι ένα κινηματογραφικό έπος με ρίσκο και τόλμη άνευ προηγουμένου.
Η σκηνοθεσία του Πολ Τόμας Άντερσον άγγιξε αυτό που φανταζόμουν ως απόλυτα ιδανικό και "ανέφικτο" πραγματοποιώντας το με αστείρευτη έμπνευση, σπαρτιάτικη λιτότητα και συναισθηματική αποδραματοποίηση. Το μοντάζ και η παράλληλη δράση και αντίδραση μέσα στα πλάνα συνέθεσαν ένα παζλ που δικαιώνει τους κινέζους όταν λένε "μία εικόνα λέει ,όσες χίλιες λέξεις". Το σύνολο της προσπάθειας μπορεί να ειδωθεί και ως "μουσική" συμφωνία για ορχήστρα αλλά και ως αρχαιοελληνική τραγωδία με από "μηχανής Θεό" τον αδερφό του Ντάνιελ, Χένρι. Ακόμα γίνεται χρήση της οικονομίας στα μέσα έκφρασης με θρησκευτική ευλάβεια και αφαίρεση των περιττών και πολλαπλών γωνιών λήψεων.
Όπως και να το δεις, δε μπορεί παρά να υποκλιθείς για την καινοτομία στην επιλογή της σκηνοθετικής γραφής με τον αντισυμβατικό καμβά, ενώ το οικογενειακό προσωπείο του Αμερικάνικου Ονείρου στα μάτια του Ντάνιελ Ντέι Λιούις θα μας "στοιχειώνει" για πολλές ταινίες ακόμη! Εκτός από τον μεγάλο σταρ που λογικά έχει το όσκαρ στο τσεπάκι του, θα ήταν αδικία να το χάσει ο Πολ Τόμας Άντερσον στη σκηνοθεσία από τους αδελφούς Κοέν. Λογικά θα πρέπει να τα μοιραστούν στις υπόλοιπες κατηγορίες.
Κυρίες και κύριοι το αριστούργημα της χρονιάς - χωρίς υπερβολή - και σημείο αναφοράς στα επόμενα χρόνια! Για ...σεμινάριο σε κινηματογραφικές σχολές, και μάθημα αυτογνωσίας ... γιατί;
Γιατί επιλέγει μία αντισυμβατική γραμμή στην αφήγηση και την αισθητική πέρα από τα συνηθισμένα χολιγουντιανά πρότυπα, όντας made in hollywood.
Αμερική, αυτές, δυστυχώς, είναι οι ρίζες σου και αυτές, ευτυχώς, είναι οι ταινίες σου!
Ο δεύτερος ισχυρός υποψήφιος για το χρίσμα της καλύτερης ταινίας, φέτος, στα Όσκαρ είναι εδώ και σε υποχρεώνει να τον ανακηρύξεις άξιο. Πρόκειται για μία ταινία φτιαγμένη, από την μελέτη έως το τελευταίο πλάνο, να είναι καλή και να ικανοποιήσει τα σινεφιλικά μας ένστικτα. Ο Paul Thomas Anderson, έτσι κι αλλιώς, είναι αποδεικτέα ένας σκηνοθέτης ικανός να αναλάβει και το πλέον δύσκολο έργο, όπως ήταν και το ογκώδες μυθιστόρημα του Upton Sinclair, ακόμα και αν δεν το ακολούθησε κατά πόδας.
Η ιστορία ξεκινάει στην Καλιφόρνια των λυκαυγών του 20ου αιώνα και ακολουθεί την επική ιστορία του Ντάνιελ Πλέινβιου, ενός άντρα ικανού για όλα. Το χτίσιμο της προσωπικότητας του Ντάνιελ παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στη ταινία, αφού η ματιά του Anderson είναι τόσο μακρινή και ταυτόχρονα τόσο κοντινή. Μπορείς να τον θαυμάσεις (προσωπικά όχι) σαν έναν άνθρωπο που έστυψε την πέτρα και έβγαλε χρυσάφι, στην περίπτωση αυτή πετρέλαιο, ενάντια στους νόμους της φύσης, πλάθοντας μία τεράστια περιουσία και δίνοντας στο Αμερικανικό Όνειρο υπόσταση. Μπορείς, όμως, και να τον σιχαθείς για τον καιροσκοπισμό του, τα ανεξήγητα συναισθήματα του, την ανήλεη σκληρότητα του και όπως θα αποδειχτεί, για το χατίρι της αλήθειας του ορθού λόγου, τη κρυφή του δολοφονική ταυτότητα.
Δε γνωρίζω αν το είχε κατά νου το 1920 όταν και έγραφε το βιβλίο ο Sinclair, αλλά ο Anderson φανερά μας παρουσιάζει την αυγή του σύγχρονου καπιταλισμού και των ριζών ολόκληρου του σύγχρονου πολιτισμένου κόσμου. Ο Ντάνιελ Πλέινβιου είναι ο άνθρωπος πίσω από την εικόνα, είναι ο κρυφός ήρωας της σημερινής ματαιοδοξίας, είναι η απόσταση από το βούρκο των πετρελαιοπηγών της Καλιφόρνια στη γυαλιστερή Γουόλ Στριτ. Το έπος του Πλέινβιου είναι γεμάτο συμβολισμούς που αφορούν και την πατρότητα, τη θρησκεία, το αφεντιλίκι, τον αντρισμό, την πίστη και άλλες βάσεις της σημερινής «θεοσεβούμενης» και «οικογενειοκρατικής» κοινωνίας των ΗΠΑ. Μια ταινία που θα έπρεπε να μισήσει ο μέσος Αμερικανός, αν βέβαια καταλάβαινε τους συμβολισμούς, εκτός και αν (κάτι το οποίο υποψιάζομαι ισχυρώς) έχει αποδεχτεί τις ρίζες του όπως ακριβώς είναι.
Πριν αναφερθώ σε ρόλους, θα κάνω ένα πέρασμα από κάποια άλλα στοιχεία της ταινίας. Η φωτογραφία του Johnny Greenwood υπακούει στο φυσικό πεδίο και εκμεταλλεύεται τη δράση με πολύ θεαματικό τρόπο. Το μοντάζ του Dylan Tichenor βοηθάει τους ρυθμούς του σκηνοθέτη. Τα σκηνικά του Jack Fist είναι μινιμαλιστικά και αφήνουν το έπος να επικεντρωθεί στον ανθρώπινο παράγοντα. Το σενάριο του ίδιου του σκηνοθέτη είναι αιχμηρό, έχει λίγες κουβέντες και σταράτες και ακολουθάει κανόνες ελεγειακού γουέστερν. Όλα αυτά μαζί με το μοντάζ ηχητικών εφέ είναι υποψήφια για Όσκαρ, όχι όμως και η μουσική του John Greenwood (Radiohead), η οποία, ενώ μπορεί να μην εντυπωσιάζει αυτόνομα, είναι τρομακτικά λειτουργική και είναι ίσως το μυστικό της κατανυκτικής ατμόσφαιρας της ταινίας. Με ελάχιστα όργανα εν δράση, θυμίζει κάποιες χαρακτηριστικές στιγμές τη μουσική του 2001 του Kubrick.
Κριτική Σύνοψη
Μέσα σε ένα αριστούργημα ατμόσφαιρας και σκηνοθετικής αφήγησης (θα το ζήλευε και ο Terrence Malick του Μέρες Ευτυχίας) ο Paul Thomas Anderson εκμεταλλεύεται ότι έχει – δείχνει, επιδεικτικά, να μη θέλει πολλά - και παρουσιάζει ένα ανθρώπινο έπος της νίκης του κακού πάνω στο καλό. Συντρίβει τις ρίζες της πατρίδας του, όπως λίγα έργα το έχουν καταφέρει, και συγκεντρώνει πάνω σε μία κραταιά προσωπικότητα ολόκληρη τη δεινότητα του σύγχρονου καπιταλιστή. Οι μόνες ενστάσεις είναι πως ίσως έπρεπε να δώσει ψυχή σε περισσότερους ήρωες (κατά τα πρότυπα της Πύλης της Δύσεως του Cimino), κάτι βέβαια συζητήσιμο, και ότι, θέλοντας να δώσει έμφαση στη δράση, χρησιμοποιεί ένα πιο μοντέρνο τόνο σε κάποιες σκηνές, χαλώντας λίγο την κατανυκτική εικόνα. Ο Daniel Day-Lewis κρατάει με ευκολία το βάρος του ρόλου και χωρίς να υστερούν παλαιότερες εμφανίσεις του, μοιάζει να δίνει την ερμηνεία της ζωής του. Λυπηρό είναι πως πέρασε μάλλον απαρατήρητη (μόνο τα Bafta την τιμήσανε με υποψηφιότητα) η νευρώδης ερμηνεία του Paul Dano. Να το δείτε για πολλούς λόγους, αλλά και γιατί, μαζί με το επερχόμενο Καμία Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους των Coen, συμπληρώνει μία σπάνια χρονιά για τον αμερικανικό κινηματογράφο.
Σκηνοθεσία: ΠΟΛ ΤΟΜΑΣ ΑΝΤΕΡΣΟΝ
Σενάριο: ΑΠΤΟΝ ΣΙΝΚΛΕΡ, ΠΟΛ ΤΟΜΑΣ ΑΝΤΕΡΣΟΝ βασισμένο στο βιβλίο του ΑΠΤΟΝ ΣΙΝΚΛΕΡ "OIL!"
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Robert Elswit
Μοντάζ: Dylan Tichenor
Μουσική: Jonny Greenwood
Ηθοποιοί: ΝΤΑΝΙΕΛ ΝΤΕΙ ΛΙΟΥΙΣ , ΠΟΛ ΝΤΑΝΟ , ΜΕΡΙ ΕΛΙΖΑΜΠΕΘ ΜΠΑΡΕΤ , ΡΑΣΕΛ ΧΑΡΒΑΡΝΤ
Παραγωγή: Paul Thomas Anderson, Daniel Lupi, JoAnne Sellar
Executive Producer : ΣΚΟΤ ΡΟΥΝΤΙΝ, ΕΡΙΚ ΣΛΟΣΕΡ, ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΓΟΥΙΛΙΑΜΣ
Εταιρείες Παραγωγής : Ghoulardi Film Company, Paramount Vantage, Miramax Films
Casting: Cassandra Kulukundis
Σχεδιασμός Παραγωγής : Jack Fisk
Καλλιτεχνική Διεύθυνση : David Crank
Σκηνικά : Jim Erickson
Κοστούμια : Mark Bridges
Χρονολογία παραγωγής : 2007
Χώρα παραγωγής : ΗΠΑ
Γλώσσα : ΑΓΓΛΙΚΑ Διάρκεια : 158'
Εικόνα : ΕΓΧΡΩΜΗ
Είδος ταινίας : ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ, ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ Ήχος : DTS / SDDS / Dolby Digital Καταλληλότητα : Singapore:PG / Germany:12 / Canada:PG (Alberta/British Columbia/Ontario) / Canada:13+ (Québec) / South Africa:16LV / UK:15 (re-rating on appeal) / Ireland:15A / Finland:K-13 / Canada:14A (Manitoba) / Netherlands:16 / UK:12A (original rating) / USA:R (certificate #43414) Διανομή : AUDIO VISUAL ENTERPRISES S.A.
Περισσότερα για την ταινία (Δελτίο Τύπου)
Η ώρα της απληστίας… Η ώρα της εκδίκησης…
Το There Will Be Blood είναι μία επική ταινία για την οικογένεια, την πίστη, την εξουσία και το πετρέλαιο, η οποία διαδραματίζεται στην Καλιφόρνια στο γύρισμα του αιώνα, την περίοδο της πετρελαϊκής άνθησης. Η ιστορία περιγράφει την άνοδο του Ντάνιελ Πλέινβιου (Ντάνιελ Ντέι - Λιούις), ο οποίος από αδέκαρος μεταλλωρύχος που μεγαλώνει μόνος του το γιο του, μετατρέπεται σε μεγιστάνας του πετρελαίου.
Το There Will Be Blood είναι η 5η ταινία του σεναριογράφου και σκηνοθέτη Πολ Τόμας Άντερσον (Punch-Drunk Love, Magnolia, Boogie Nights, Hard Eight). Το σενάριο του Άντερσον βασίζεται στο κλασικό μυθιστόρημα του Άπτον Σινκλέρ «Oil!», που είχε προκαλέσει πολλές αντιδράσεις το 1920. Ο βραβευμένος με Όσκαρ Ντάνιελ Ντέι - Λιούις ηγείται ενός cast, το οποίο περιλαμβάνει τον Πολ Ντάνο (Little Miss Sunshine), τον Σιαράν Χίντς (Rome, Margot at the Wedding), τον Κέβιν O’ Κόννορ (Van Helsing, The Mummy) και τον πρωτοεμφανιζόμενο Ντίλον Φρίζιερ. Τη διεύθυνση φωτογραφίας υπογράφει ο στενός συνεργάτης του Άντερσον και υποψήφιος για Όσκαρ Ρόμπερτ Έλσγουιτ και τη μουσική ο κιθαρίστας των Radiohead Τζόνι Γκρίνγουντ.
Για την ερμηνεία του στο There Will Be Blood ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις τιμήθηκε με την Χρυσή Σφαίρα Πρώτου Ανδρικού ρόλου, καθώς επίσης και με το Βραβείο Πρώτου Ανδρικού Ρόλου του Σωματείου Αμερικάνων Ηθοποιών, ενώ η ταινία είναι συνολικά υποψήφια για 8 Όσκαρ:
Καλύτερης ταινίας
Πρώτου ανδρικού ρόλου
Σκηνοθεσίας
Διασκευασμένου σεναρίου
Φωτογραφίας
Καλλιτεχνικής διεύθυνσης
Μοντάζ
Επεξεργασίας ήχου
Επίσης ο Πολ Τόμας Άντερσον πήρε Αργυρή Άρκτο για την σκηνοθεσία του στο 58ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου στο Βερολίνο (2008)
ΠΡΙΝ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ
Με το There Will Be Blood ο Πολ Τόμας Άντερσον μας ταξιδεύει πίσω στο χρόνο, στη σκληρή πραγματικότητα της Καλιφόρνια των αρχών του αιώνα, αγγίζοντας ζητήματα όπως η φιλοδοξία, ο πλούτος και η οικογένεια μέσα από έναν αξέχαστο χαρακτήρα: τον Ντάνιελ Πλέινβιου, έναν σκληροτράχηλο χρυσοθήρα που, μέσω του πετρελαίου, μεταμορφώνει τον εαυτό του αλλά και μια ολόκληρη πόλη. Από βασανισμένος μεταλλωρύχος ο Πλέινβιου καταλήγει να γίνει αυταρχικός μεγιστάνας, στα πρότυπα αντιστοίχων ιστορικών προσωπικοτήτων όπως ο Έντουαρντ Ντόχενι και ο Τζον Ρόκφελερ, συνεισφέροντας παράλληλα στην οικονομική ανάπτυξη ενός κατ’εξοχήν φτωχού τόπου, με μεγάλο όμως ψυχικό κόστος για τον ίδιο.
Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στη μικρή πόλη Μάρφα του Τέξας, εκεί όπου γυρίστηκε και η θρυλική ταινία Giant πριν από κάποιες δεκαετίες. Μέσα από ένα εντυπωσιακό μωσαϊκό εικόνων σε σέπια τόνους, που αναβιώνουν στο έπακρο την ατμόσφαιρα της εποχής εκείνης, η άνοδος και η πτώση του Ντάνιελ Πλέινβιου αποτυπώνονται με τον πιο δραματικό και πειστικό τρόπο.
Το There Will Be Blood βασίστηκε στο μυθιστόρημα του Άπτον Σινκλέρ «Oil!» (1927), όπου περιγράφεται η αλλαγή του αγροτικού τοπίου της Καλιφόρνια μετά την εγκατάσταση των γερανών γεώτρησης και την έλευση κάποιων επίμονων «κυνηγών» πετρελαίου. «Η ιστορία εκτυλίσσεται στην περιοχή Σίγκναλ Χιλ, την οποία γνωρίζω καλά και αυτό το κομμάτι της Καλιφόρνια πάντα με ενδιέφερε», λέει ο σκηνοθέτης Πολ Άντερσον. Στα πλαίσια της έρευνάς του για την ταινία ο Άντερσον επισκέφθηκε τα πολυάριθμα μουσεία πετρελαίου της Καλιφόρνια και το πλούσιο φωτογραφικό υλικό της εποχής εκείνης πυροδότησε ακόμη περισσότερο τη φαντασία του. «Με την εκτεταμένη έρευνα που κάναμε ένιωσα σα να ήμουν ξανά φοιτητής και αυτό με συγκίνησε ιδιαίτερα» λέει ο Άντερσον. Επιπλέον, ο σεναριογράφος-σκηνοθέτης διάβασε πολλά σχετικά βιβλία και επηρεάστηκε σημαντικά από την περίφημη βιογραφία του Έντουαρντ Ντόχενι, το «The Dark Side of Fortune» της Μάργκαρετ Λέσλι Ντέιβις. Το βιβλίο εξιστορεί τη ζωή του Ντόχενι, ενός μεταλλωρύχου γιου μεταναστών που έγινε ο πρώτος μεγιστάνας πετρελαίου στην Καλιφόρνια.
Όταν η έρευνα είχε ολοκληρωθεί, ο Άντερσον κάλεσε τους δοκιμασμένους συνεργάτες – παραγωγούς του, την Τζόαν Σέλαρ και τον Ντάνιελ Λούπι, για να βάλουν μαζί μπροστά τη νέα ταινία. «Ο Πολ έστειλε το σενάριο στον Ντέι - Λιούις, χωρίς καν να το έχει ολοκληρώσει. Ο Ντάνιελ δέχτηκε αμέσως, πράγμα υπέροχο γιατί δεν ξέρω αν ο Πολ θα αποφάσιζε να κάνει την ταινία χωρίς αυτόν», θυμάται η Σέλαρ. « Έτσι, είχαμε το σενάριο, είχαμε τον Ντάνιελ και το στοίχημα ήταν να βρούμε ένα δημιουργικό τρόπο να το υλοποιήσουμε».
ΟΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ
Ντάνιελ Πλέινβιου
Ο Άντερσον είχα φανταστεί τον Πλέινβιου σαν έναν ήσυχο, ανεξάρτητο άνδρα, που ενώ πάλευε από μικρός για την επιβίωση βρέθηκε ξαφνικά να κατέχει μια τεράστια εξουσία, αυτή που συνοδεύει το πετρέλαιο. Μόνο όμως όταν ο Ντάνιελ Ντέι - Λιούις ανέλαβε το ρόλο, απέκτησε ο Ντάνιελ Πλέινβιου τα βαθύτερα και συχνά ακραία ανθρώπινα χαρακτηριστικά του, από το μαύρο χιούμορ έως την τρομακτική παράνοια και από τις στιγμές εκπληκτικής τρυφερότητας μέχρι τις επικίνδυνες εκρήξεις θυμού. Από τη στιγμή που ο Ντέι - Λιούις δέχτηκε το ρόλο μέχρι την έναρξη των γυρισμάτων, μεσολάβησαν δύο χρόνια. Σε αυτό το διάστημα είχε το χρόνο να μελετήσει και να καταλάβει σε βάθος τον Πλέινβιου: εντρύφησε στην πραγματική ζωή του Ντόχενι, γοητεύτηκε από την εμπειρία της ανακάλυψης πετρελαίου, από τον πόθο και τα όνειρα που μπορούσε να προκαλέσει σε κάποιους ανθρώπους, και μπήκε απόλυτα στην ψυχολογία του ήρωα. Αναφερόμενος στον Ντάνιελ Ντέι – Λιούις, ο Άντερσον λέει χαρακτηριστικά: «Είναι προνόμιο να δουλεύεις μαζί του και λίγοι σκηνοθέτες είχαν αυτή τη χαρά. Επιστράτευσα όλο μου το θάρρος για να του προτείνω το ρόλο, αλλά ήξερα ότι μόνο αυτός θα μπορούσε να τον ερμηνεύσει». Παρ’όλα αυτά, ο Άντερσον υπογραμμίζει και την καθοριστική συμβολή των άλλων ηθοποιών που ανέλαβαν τους δευτερεύοντες ρόλους: «Μπορεί να έχεις έναν σπουδαίο ηθοποιό σαν τον Ντέι - Λιούις, αλλά αν δεν πλαισιώνεται από τα σωστά άτομα, έχεις αποτύχει». Είναι εντυπωσιακό ότι αρκετοί από τους δευτερεύοντες ρόλους ανατέθηκαν σε ντόπιους κατοίκους του Δυτικού Τέξας, που προσδίδουν αυθεντικότητα στην ταινία και αναδεικνύουν την ερμηνεία του πρωταγωνιστή.
Έλι Σάντεϊ
Εν όψει του επικείμενου πλούτου και του νέου αίματος που καταφθάνει στην πόλη, ο τολμηρός και χαρισματικός ιεροκήρυκας Έλι Σάντεϊ προσπαθεί να δημιουργήσει ένα μεγάλο και αφοσιωμένο εκκλησίασμα. Όταν ο Ντάνιελ Πλέινβιου φτάνει στην Little Boston γίνεται γρήγορα φανερό ότι ο Έλι Σάντεϊ, ο φλογερός ιεροκήρυκας με το παιδικό πρόσωπο, θα είναι ο μεγαλύτερος αντίπαλός του. Τον Σάντεϊ υποδύεται ο Πολ Ντάνο, που μετά το ρόλο του αντιδραστικού εφήβου στην ταινία Little Miss Sunshine, κάνει στροφή 180 μοιρών αποδίδοντας έναν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα: έναν άνθρωπο με δυνατές εσωτερικές συγκρούσεις, που από τη μια λαχταρά την εξουσία και από την άλλη επιθυμεί να είναι ένας άνθρωπος του Θεού.
Ο Ντάνο μελέτησε εκτενώς τη ζωή και το στυλ των δυναμικών ευαγγελιστών ιεροκηρύκων: «Είναι συχνά γλυκομίλητοι άνθρωποι, αλλά η φλόγα που εκπέμπουν από τον άμβωνα μπορεί να σαγηνεύσει το κοινό. Υπάρχει το στοιχείο της αποπλάνησης σε αυτή τη σχέση και αντλείς δύναμη όταν βλέπεις ότι τα λόγια σου αγγίζουν τον κόσμο», λέει ο Ντάνο. «Όταν όμως διαθέτεις αυτή τη δύναμη και τον έλεγχο, μπαίνεις στον πειρασμό να τα διατηρήσεις, εις βάρος της ειλικρίνειάς σου». Και συνεχίζει: «Ο Έλι λατρεύει να γίνεται το κέντρο της προσοχής και επειδή ο Ντάνελ λατρεύει την εξουσία, η μεταξύ τους σύγκρουση είναι αναπόφευκτη».
Ο Πολ Ντάνο και ο Ντάνιελ Ντέι - Λιούις, είχαν δουλέψει μαζί ξανά στο παρελθόν, στην ταινία The Ballad of Jack & Rose, της Ρεμπέκα Μίλερ και, όπως παρατηρεί ο Άντερσον, η μεταξύ τους συνεργασία ήταν εξαιρετική. Αυτό άλλωστε αποτυπώνεται δυναμικά και στην οθόνη, στην οριστική αναμέτρηση ανάμεσα στον Ντάνιελ και τον Έλι, με την οποία κορυφώνεται η ταινία.
Χένρι και Φλέτσερ
Ένας από τους πιο μυστηριώδεις χαρακτήρες στην ταινία, ο Χένρι, κάνει ξαφνικά την εμφάνισή του και με τον ισχυρισμό ότι είναι ο χαμένος αδελφός του Πλέινβιου, καταφέρνει να γίνει ο πιο κοντινός του άνθρωπος αποσπώντας του τις πιο ειλικρινείς και καυτές εξομολογήσεις. Τον Χένρι υποδύεται ο Κέβιν Ο’ Κόνορ, γνωστός από τις επικές ταινίες τρόμου του Στέφεν Σόμμερ The Mummy και Van Helsing.
Ο Φλέτσερ, από την άλλη πλευρά, είναι το δεξί χέρι του Ντάνιελ Πλέινβιου. «Είναι από τη φύση του πρακτικός άνθρωπος και κάνει ό,τι είναι να κάνει, ήσυχα και ταπεινά», λέει για το χαρακτήρα του ο Σιαράν Χίντς, που επιλέχθηκε για το συγκεκριμένο ρόλο. «Ο Φλέτσερ είναι παρατηρητής. Δεν εμπλέκεται άμεσα στα πράγματα, κινητοποιείται όμως από την εντυπωσιακή πορεία του Πλέινβιου».
Η.W.
Για το ρόλο του H.W., του γιου του Ντάνιελ Πλέινβιου, επιλέχθηκε μετά από εξοντωτικό casting στα τοπικά σχολεία ο Ντίλον Φρίζιερ, ένα μικρό αγόρι που δεν είχε ποτέ του απομακρυνθεί από τα όρια του Δυτικού Τέξας. «Ο Ντίλον είναι ένα θαυμάσιο 10χρονο αγόρι που δεν είχε ποτέ του καμία σχέση με τον κινηματογράφο», εξηγεί η Τζόαν Σέλαρ. «Ήταν αυτό που αναζητούσε ο Πολ: κάποιος που να μπορεί να χειρίζεται όπλο, να ξέρει ιππασία και να είναι απόλυτα εξοικειωμένος με το περιβάλλον των γυρισμάτων. Ο Ντίλον ήταν εξαιρετική ανακάλυψη».
Παρόλο που ο Ντίλον μοιράζεται τις περισσότερες σκηνές του με έναν από τους μεγαλύτερους και πιο καταξιωμένους ηθοποιούς, ο ίδιος δεν πτοήθηκε. «Ο Ντάνιελ προκαλεί δέος, έτσι απλά» λέει ο Φρίζιερ. «Είναι πολύ cool τύπος και είναι σπουδαίο το να τον γνωρίσει κανείς. Με έμαθε πολλά».
LITTLE BOSTON: Η ΠΟΛΗ
Για να αποδώσει την ατμόσφαιρα της εποχής και να μεταφέρει πλήρως την εικόνα του τόπου όπου διαδραματίζεται η ιστορία, ο Άντερσον δούλεψε στενά με τον υποψήφιο για Όσκαρ διευθυντή φωτογραφίας Ρόμπερτ Έλσγουιτ. Επιπλέον, συνεργάστηκε στο σχεδιασμό της παραγωγής με τον Τζακ Φισκ, γιατί «ήταν ο μόνος που μπορούσε να το κάνει», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Άντερσον.
Ο σκηνοθέτης αρχικά ήθελε να κάνει τα γυρίσματα κάπου στην Καλιφόρνια. «Αλλά είναι αδύνατο να βρεις μέρος στην Καλιφόρνια που να θυμίζει την παλιά Καλιφόρνια», σχολιάζει. Έτσι, μετά από πολλή αναζήτηση, η ομάδα του Άντερσον κατέληξε στη Μάρφα, μια πόλη 2.400 κατοίκων στο Τέξας, κοντά στα σύνορα με το Μεξικό. Εκεί, ο Φισκ εκμεταλλεύτηκε ένα ράντζο έκτασης 160 στρεμμάτων που κάλυπτε όλες τις ανάγκες των γυρισμάτων. Η Little Boston «χτίστηκε» μέσα σε 3 μήνες και για τις ανάγκες της παραγωγής προσλήφθηκε το 15% του ντόπιου πληθυσμού.
Ο ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ ΚΑΙ ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ ΠΟΛ ΤΟΜΑΣ ΑΝΤΕΡΣΟΝ
Ο Πολ Τόμας Άντερσον κέντρισε για πρώτη φορά το ενδιαφέρον του κινηματογραφικού κόσμου με τη μικρού μήκους ταινία Cigarettes and Coffee, το 1993 στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Sundance. Η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, το Hard Eight (1996), ήταν ένα αστυνομικό θρίλερ μέσα στα καζίνο του Λας Βέγκας και η αμέσως επόμενη, το Boogie Nights (1997), προέβαλε την άγνωστη πλευρά της κινηματογραφικής βιομηχανίας πορνό, χαρίζοντας στον Άντερσον την πρώτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ Σεναρίου. Ο Άντερσον κέρδισε μια ακόμα υποψηφιότητα για Όσκαρ Σεναρίου με την επόμενη ταινία του, το Magnolia (1999) ενώ στη συνέχεια ακολούθησε το Punch-Drunk Love (2002), μια φρέσκια άποψη για τις ρομαντικές κομεντί. Με το There Will Be Blood ο Πολ Τόμας Άντερσον είναι υποψήφιος για τρία Όσκαρ: Σκηνοθεσίας, Σεναρίου και Καλύτερης Ταινίας.
ΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ
Ντάνιελ Ντέι - Λιούις (Ντάνιελ Πλέινβιου)
Από τους πρώτους ρόλους του, ο Ντάνιελ Ντέι - Λιούις ενθουσίασε κοινό και κριτικούς, με την ευκολία του να μεταπηδά ανάμεσα στους ρόλους, από τον πανκ-ρόκερ στο My Beautiful Launderette, μέχρι τον μνηστήρα Βικτοριανής εποχής στο A Room with a View. Αυτές οι ερμηνείες του χάρισαν το 1986 το βραβείο Β’ ανδρικού ρόλου από την Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου της Νέας Υόρκης. Ήταν το πρώτο βραβείο μιας σειράς διακρίσεων, οι οποίες περιλαμβάνουν ένα Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου, 3 υποψηφιότητες για Όσκαρ, 2 βραβεία καλύτερου ηθοποιού BAFTA, 4 υποψηφιότητες για BAFTA και 4 υποψηφιότητες για Χρυσή Σφαίρα. Ο Ντέι - Λιούις έχει συνολικά βραβευτεί 2 φορές από το Screen Actors Guild, 3 από την Ένωση Κριτικών της Νέας Υόρκης αλλά και από την Ένωση Κριτικών του Λος Άντζελες.
Όλες οι ερμηνείες του Ντέι - Λιούις συνοδεύονταν από επαινετικές κριτικές. Αλλά ο ρόλος που του χάρισε το Όσκαρ Πρώτου Ανδρικού Ρόλου ήταν αυτός του συγγραφέα - καλλιτέχνη που πάσχει από εγκεφαλική παράλυση, του Κρίστι Μπράουν, στη ταινία My Left Foot, του σκηνοθέτη Τζιμ Σέρινταν. Με το In the Name of the Father, πάλι σε σκηνοθεσία Σέρινταν, απέσπασε τη δεύτερη υποψηφιότητά του για Όσκαρ, ενώ η τρίτη υποψηφιότητα έφτασε με το ρόλο του Μπιλ, στο Gangs of New York του Μάρτιν Σκορτσέζε.
Γεννημένος στο Λονδίνο (αλλά πολιτογραφημένος Ιρλανδός τώρα πια) ο Ντέι - Λιούις ασχολήθηκε με την υποκριτική ως μαθητής στο Κεντ και έκανε την πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση σε ηλικία 14 χρόνων στο Sunday Bloody Sunday, χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία. Στη συνέχεια σπούδασε στο περίφημο Bristol Old Vic Theatre School, και μέχρι τις αρχές του 1980 ασχολήθηκε κυρίως με το θέατρο, αναλαμβάνοντας πρωταγωνιστικούς ρόλους στις πιο απαιτητικές παραστάσεις.
Η κινηματογραφική καριέρα του περιλαμβάνει πολλούς μεγάλους ρόλους σε σημαντικές ταινίες όπως: The Last of the Mohicans, The Age of Innocence, The Unbearable Lightness of Being, The Crucible, The Boxer, και The Ballad of Jack and Rose.
Πολ Ντάνο (Πολ Σάντεϊ / Έλι Σάντεϊ)
Παρά τη σύντομη σχετικά καριέρα του, ο Πολ Ντάνο έχει ήδη ξεχωρίσει στο κινηματογραφικό στερέωμα. Η καριέρα του ξεκίνησε στη Νέα Υόρκη, με δευτερεύοντες ρόλους στο Μπρόντγουει δίπλα σε σημαντικούς ηθοποιούς. Με το ντεμπούτο του στη δραματική ταινία L.I.E. απέσπασε βραβεία σε διάφορα φεστιβάλ, και στη συνέχεια συμμετείχε σε μια σειρά ταινιών όπως: Taking Lives, The King, The Ballad Of Jack And Rose, Fast Food Nation, The Emperor’s Club, Girl Next Door. Με την ερμηνεία του στο υποψήφιο για Όσκαρ Little Miss Sunshine απέσπασε το βραβείο Καλύτερου Νέου Ηθοποιού από το Broadcast Film Critics Assocation και ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Β’ Ανδρικού Ρόλου στα Independent Spirit Awards. Εκτός από το There will be Blood, ο Ντάνο πρωταγωνιστεί επίσης στην ταινία Weapons του Άνταμ Μπάλα Λάου και στο Where the Wild Things Are του Σπάικ Τζόνζι.
Σιαράν Χιντς (Φλέτσερ)
Ο Σιαράν Χιντς είναι γνωστός στο τηλεοπτικό κοινό από τη σειρά Rome, όπου υποδύεται τον Ιούλιο Καίσαρα. Έκανε το ντεμπούτο του το 1981 με την ταινία Excalibur του Τζον Μπούρμαν και αργότερα συνέχισε με ταινίες όπως: The Cook, the Thief, His Wife and her Lover, December Bride, Circle of Friends, Titanic Town. Άλλες αξιόλογες ερμηνείες του συναντάμε στο Some Mother’s Son, αλλά και στα: Oscar and Lucinda, The Lost Son, The Weight οf Water, Mary Reilly.
Οι πιο πρόσφατες δουλειές του περιλαμβάνουν: το The Road to Perdition με τον Σαμ Μέντες, Jonjo Likybo, Calendar Girls μαζί με τις Έλεν Μίρεν και Τζούλι Γουόλτερς, Lara Croft: The Cradle of Life με την Αντζελίνα Τζολί, The Statement, Phantom of the Opera του Τζοέλ Σούμαχερ, Miami Vice του Μάικλ Μαν και Munich του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Μόνο μέσα στο 2006 συμμετείχε σε 6 διαφορετικές παραγωγές: Amazing Grace, Nativity, Hallam Foe, A Tiger’s Tail, Stop Loss και There Will Be Blood.
ΟΙ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Ρόμπερτ Έλσγουιτ, ASC (Διευθυντής Φωτογραφίας)
Ο Ρόμπερτ Έλσγουιτ είναι ένας βετεράνος της φωτογραφίας με περισσότερα από είκοσι χρόνια εμπειρίας. Έχει συνεργαστεί με κορυφαίους σκηνοθέτες όπως ο Κέρτις Χάνσον (The River Wild, The Hand that Rocks the Cradle, Bad Influence), ο Πολ Τόμας Άντερσον (Punch-Drunk Love, Magnolia, Boogie Nights, Hard Eight) και ο Στίβεν Γκίλενχαλ (A Dangerous Woman, Waterland, Paris Trout, Killing in a Small Town).
Οι πιο πρόσφατες δουλειές του περιλαμβάνουν το Red Belt του Ντέιβιντ Μάμετ, το Good Night, And Good Luck του Τζορτζ Κλούνεϊ και το Syriana του Στέφεν Γκάγκαν.
Με το There Will Be Blood είναι υποψήφιος για Όσκαρ Φωτογραφίας.
Ντίλαν Τίτσενορ, ACE (Μοντάζ)
Στις πρόσφατες συνεργασίες του Ντίλαν Τίτσενορ συγκαταλέγονται οι ταινίες: The Assasination Of Jesse James By The Coward Robert Ford του Άντριου Ντόμινικ, το Brokeback Mountain του Ανγκ Λι (για το οποίο απέσπασε τρεις υποψηφιότητες σε κινηματογραφικά φεστιβάλ), το Royal Tenenbaums του Γουές Άντερσον και το Unbreakable του Μ. Νάιτ Σιάμαλαν. Έχει συνεργαστεί πολλές φορές με το σκηνοθέτη Ρόμπερτ Άλτμαν σε ταινίες όπως το Jazz ‘34 (υποψήφιο για βραβείο καλύτερου μοντάζ Έμμυ), Kansas City, Prêt À Porter, Short Cuts και The Player.
Με το There Will Be Blood είναι υποψήφιος για Όσκαρ Μοντάζ.
Τζον Πρίτσετ (Ήχος)
Ο Τζον Πρίτσετ, δύο φορές υποψήφιος για Όσκαρ (το 2006 με το Memoirs Of A Geisha και το 2003 με το Road To Perdition), θεωρείται από τους κορυφαίους στην επεξεργασία ήχου και είναι γνωστός για τις συνεργασίες του με τους πιο δημιουργικούς σκηνοθέτες του Χόλιγουντ.
Τζόνι Γκρίνγουντ (Μουσική)
Γεννήθηκε το 1971 και έγινε μέλος των Radiohead όταν ήταν ακόμη στο σχολείο. Έτσι ακολούθησε μια αξιοζήλευτη μουσική καριέρα, με ένα συγκρότημα που εδώ και μια 15ετία γνωρίζει παγκόσμια επιτυχία, και με πολλά πλατινένια άλμπουμ στο ενεργητικό του.
Τα τελευταία χρόνια ο Τζόνι άφησε τους Radiohead για να αφοσιωθεί στην προσωπική του καριέρα ως συνθέτης.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΡΗΤΑ Η ΜΕΡΙΚΗ Ή ΟΛΙΚΗ ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ, ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΥΠΕΥΘΥΝΟΥ Το πρωτότυπο περιεχόμενο του myFILM.gr, είναι αποτέλεσμα δημοσιογραφικής έρευνας και εργασίας και προστατεύεται από το νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων και διανόησης.
All logos, trademarks and content in this site are property of their respective owner, the comments and reviews of their posters. Όλες οι δημοσιεύσεις σε αυτές τις ιστοσελίδες εκφράζουν τις απόψεις και τη γνώμη των συντακτών τους και όχι του εκδότη ή αρχισυντάκτη, των διαχειριστών ή συντονιστών (εκτός των δημοσιεύσεων των ιδίων) και ως εκ τούτου δεν φέρουν καμία ευθύνη για αυτές. myfilm.gr | themovie.gr | cinestar.gr | thestarmovie.com | thestarfilm.com | xms24.com