ΛΕΟΝΤΕΣ ΑΝΤΙ ΑΜΝΩΝ
LIONS FOR LAMBS του Ρόμπερτ Ρέντφορντ
Υπόθεση: Τι είναι ρίσκο; Τι είναι θάρρος; Τι είναι υποχρέωση; Τι σημαίνει πραγματικά να παίρνεις θέση όσον αφορά τα M.M.E., τους πολιτικούς και τη νεολαία; Ο βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης Ρόμπερτ Ρέντφορντ σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί στην προκλητική αυτή ταινία μαζί με τους Μέριλ Στριπ και Τομ Κρουζ. Η ταινία ξετυλίγεται σε πραγματικό χρόνο και περιγράφει τα γεγονότα μίας μέρας, αποκαλύπτοντας το πώς οι τολμηρές κινήσεις ενός Γερουσιαστή στην Ουάσινγκτον, η "καυτή" ιστορία που κυνηγά μια δημοσιογράφος κάτω από έντονη πίεση, και δύο γενναίοι στρατιώτες σε μια μυστική και επικίνδυνη αποστολή, συνδέονται με έναν νέο, ο οποίος βρίσκεται πολύ κοντά στο να κατανοήσει την πραγματική δύναμη της ελευθερίας, της πίστης και της δέσμευσης.
Στην ταινία ΛΕΟΝΤΕΣ
ΑΝΤΙ ΑΜΝΩΝ βλέπουμε τη σύνθεση της διαλεκτικής από
το κουβάρι που ξετυλίγει σε τρεις παράλληλες ιστορίες ο δημοκρατικός
και φιλελεύθερος Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Οι Αμερικάνοι σνομπάρουν τις
ταινίες που μιλούν για την αποτυχημένη πολιτική τους, ή τους πολέμους
που εμπλέκονται εν θερμώ, με αποτέλεσμα οι κριτικές στις ΗΠΑ να είναι μέτριες όπως και οι εισπράξεις της. Ο "καθηγητής" Ρέντφορντ ζυγίζει τα πράγματα από όλες
τις πλευρές, δικαιολογεί την αιτία που οδηγεί στο ταξικό αιτιατό
και τις φυλετικές διαφορές, αναγορεύει την παιδεία στο ύψιστο
αγαθό της νεολαίας και του κόσμου ολάκερου, εξισώνει την κοινωνική θέση της ταινίας με
την αντίθεση στην συσώρευση του πλούτου από την ολιγαρχία, επιχειρηματολογεί
για τις πολεμικές κραυγές σωτηρίας υπέρ των
αδυνάτων,
καυτηριάζει τον
ιμπεριαλισμό, τον ρατσισμό , δικαιολογεί
τον πατριωτισμό. Οι πολιτικές καταστάσεις που καθορίζουν τα πρόσωπα
της ιστορίας, η δράση της φυσικής και η αντίδραση της χημείας βρίσκονται
στον κύκλο της ζωής , αντιμέτωπες με την μαρξιστική
οπτική του ... ρεπουμπλικάνου (!) Κλιντ Ίστγουντ,
χωρίς καμία τάση δαιμονοποίησης και προπαγάνδας. Οι
προσωπικές ιστορίες κινούνται παράλληλα, σε ίσους
χρόνους. Με απλά λόγια η ταινία προβληματίζει θετικά και με τον
διάλογο στο
99% της διάρκειάς της κρατά τον θεατή σε εγρήγορση θέτοντάς του
τα ερωτήματα που ... καλείται να απαντήσει με το ... τέλος των τίτλων! Μεγάλης ευφυίας παραγωγή από όλες τις απόψεις και ακόμη περισσότερο
αποκτούν αξία οι υποκριτικές επιδόσεις και των τριων σταρ
, Ρέντφορντ, Κρουζ και Στριπ, κάτω από την σκηνοθετική μπαγκέτα
του πρώτου και την εκτέλεση παραγωγής του δευτέρου.
Τον αγαπήσαμε σαν ηθοποιό, αλλά εδώ και πολλά χρόνια το πρώτο μέλημα του Robert Redford είναι να τον επανεκτιμήσουμε σαν δημιουργό. Μετά το οσκαρικό του ντεμπούτο, Συνηθισμένοι Άνθρωποι (1980), και δύο αρκετά καλές ταινίες (Μιλάγκρο, Το Ποτάμι Κυλά Ανάμεσα μας), ήρθε το απόγειο του με το Κουίζ Σόου (1994) και έπειτα επέστρεψε σε κατώτερες ταινίες, όπως ο Γητευτής των Αλόγων και κυρίως, Ο Θρύλος του Μπάγκερ Βανς. Τίποτα, όμως, δε προμήνυε την ελεύθερη πτώση του Λέοντες αντί Αμνών.
Οι αριστερές απόψεις του Redford είναι γνωστές, μαζί και η αγάπη του για την ανεξάρτητη δημιουργία (ιδρυτής του Sundance) και υπέρμαχος της οικολογίας. Βάζοντας, λοιπόν, ένας τέτοιος άνθρωπος ένα πολιτικό ζήτημα επί τάπητος, για πρώτη φορά, είναι λογικό να περιμέναμε πολλά πράγματα. Το θέμα του πόλεμου των ΗΠΑ στα μακρινά εδάφη της Μέσης Ανατολής είναι το ιδανικό τοπίο αντιπαράθεσης για τον μέσο παγκόσμιο πολίτη και ένα κεντρί για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Η ταινία μας κάνει τη χάρη να είναι, σχεδόν τελείως, αποφορτισμένη από δράση και διαδραματίζεται σε δύο γραφεία, που ανοίγονται, θεματικά, δύο πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις. Αντί, όμως, για τον άνθρωπο Redford, έχουμε τον δημοκράτη Redford και την ανοιχτή του αντιπαράθεση με το στρατόπεδο των ρεπουμπλικάνων. Κάτι σαν debate ανάμεσα σε αυτούς που υποστηρίζουν τις θέσεις Bush και αυτούς που θέλουν το τέλος του πολέμου. Πέρα από μια σοφή φράση, δια στόματος Meryl Streep, “έχουν περάσει 6 χρόνια και ακόμα συζητάτε πώς θα νικήσετε, ενώ ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος κερδίσθηκε σε 5…”, όσα ακούμε είναι είτε πράγματα που έχουμε ακούσει στις ειδήσεις, είτε κάποια που τα έχουμε σκεφτεί μόνοι μας ήδη, είτε, κυρίως, φράσεις που δε συνθέτουν θέση, αλλά άποψη. Ο οποιοσδήποτε μπορεί να ακούσει οτιδήποτε διαλέγει (τα λόγια του ρεπουμπλικάνου γερουσιαστή συνθέτουν και αυτά μια λογική βάση) και το αποτέλεσμα είναι ο θεατής να φεύγει από την αίθουσα χωρίς να έχει αδράξει, επί της ουσίας, τίποτα.
Σε αυτό το σπονδυλωτό δράμα, η παρουσία των τριών μέγα-σταρ (Redford, Cruise, Streep) καταλήγει να είναι η βασική ατραξιόν. Από τους τρεις ξεχωρίζει η τρίτη Streep, που έχει κάποιες στιγμές ξεσπάσματος, ενώ από τους άλλους δύο παίρνουμε αυτά που ξέρουμε, αφού ερμηνεύουν στρατευμένα. Το σενάριο είναι του Matthew Michael Carnahan, που έχει γράψει μόλις άλλο ένα, αυτό του The Kingdom (θα το δούμε στο υπόλοιπο της σεζόν), με κοινή θεματολογία τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας.
Κριτική Σύνοψη
Σε μια ταινία διαλόγου (έστω και με κάποιες παρεμβολές δράσης) περιμένεις, το λιγότερο, να αποκομίσεις κάποια θέση, κάποια ουσία. Αντί αυτού, ο Redford καταλήγει σε ένα ανοιχτό και μακρόσυρτο debate, στο οποίο, όπως και στα debate που έχουμε συνηθίσει, ο καθένας ακούει αυτό που θέλει και δε βγαίνει κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Οι τρεις ιστορίες είναι άνισες και ενώ δένουν νοηματικά, δε δένουν δραματουργικά, συνθέτοντας μια χασμωδία που εύκολα μπορείς να βαρεθείς. Οι τρεις μεγάλοι σταρ αρκούνται στην εμφάνιση και δεν περνούν στην ερμηνεία, πέρα ίσως της Meryl Streep και κάποιων στιγμών της. Πέρα από όλα αυτά, το θέμα είναι κυρίως αμερικανικού ενδιαφέροντος και μάλιστα του μέσου ψηφοφόρου και επιπροσθέτως εφήμερο, όσο και το ακριβές σημείο του πολέμου που αναφέρεται. Δεν θα μας κάνει να χάσουμε την ιδέα που είχαμε για τον Robert Redford, αλλά είναι σαφώς μια άστοχη ταινία.
Ένα καταπληκτικό καστ ηθοποιών που συγκεντρώνει τα ονόματα του Τομ Κρουζ, της Μέριλ Στριπ και του Ρόμπερτ Ρέντφορντ, ο οποίος έχει και τα σκηνοθετικά ηνία, εμφανίζονται σε ένα πολιτικό δράμα με έντονο αντιπολεμικό χαρακτήρα.
Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, η Στριπ είχε ως αστείρευτη πηγή έμπνευσης την ερμηνεία του Τομ Κρουζ. "Ο Τομ δίνει την εντύπωση κάποιου που έχει πραγματική ελπίδα στο να αποτελέσει το μέλλον του κομματός του" λέει η Στριπ. "Οι σκηνές μας θυμίζουν μονομαχία, με προσποιήσεις και επιθέσεις, όπου συγκρούονται πολύ ισχυρά επιχειρήματα. Η δουλειά της Τζανίν είναι να κρύψει αυτό που νιώθει ώστε να αποσπάσει την ιστορία, ενώ ο Γερουσιαστής καλύπτει τον πραγματικό του εαυτό και παρουσιάζει μια διαφορετική πλευρά, την πλευρά με την οποία θέλει να είναι γνωστός."
Ο Σκηνοθέτης
Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ γεννήθηκε το 1936 στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνια, σπούδασε
στο Πανεπιστήμιο του Κολοράντο, το οποίο παράτησε για να πάει στο Παρίσι και
να παρακολουθήσει μαθήματα στη Σχολή Καλών Τεχνών. Όταν επέστρεψε στις Η.Π.Α.,
γράφτηκε στην Ακαδημία Δραματικών Τεχνών για να σπουδάσει υποκριτική. Ο πρώτος
ρόλος του ήταν στο Μπρόντγουεϊ, με την παράσταση "Sunday in New York", ενώ
η πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο ήταν στην ταινία "Ο Πόλεμος μάς Έκανε
Σκληρούς" με τον Σίντνεϊ Πόλακ, ο οποίος έγινε στην πορεία στενός φίλος του
και τον σκηνοθέτησε σε αρκετές ταινίες. Στην αρχή της καριέρας του πρωταγωνίστησε
στις ταινίες "Ξυπόλυτη στο Πάρκο", "Έρωτες που Σβήνουν την Αυγή", "Η Καταδίωξις",
"Αγάπη για τον Έρωτα", "Ο Δραπέτης" και "Μεταξύ Σοβαρού και Αστείου", ανάμεσα
σε άλλες.
Το 1969, ο Ρέντφορντ συμπρωταγωνίστησε με τον Πολ Νιούμαν στο "Οι Δύο Λησταί",
σκηνοθετημένο από τον Τζορτζ Ρόι Χιλ. Η ταινία έμεινε στην ιστορία του κινηματογράφου
και καθιέρωσε τον Ρέντφορντ ως έναν από τους βασικότερους πρωταγωνιστές στη
βιομηχανία του Χόλιγουντ. Οι Ρέντφορντ, Νιούμαν και Χιλ συνεργάστηκαν ξανά
στην ταινία "Το Κεντρί", η οποία κέρδισε επτά Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και
Καλύτερης Ταινίας, και έθεσε τον Ρέντφορντ υποψήφιο για Όσκαρ Ά Ανδρικού Ρόλου.
Ο Ρέντφορντ έχει χτίσει ένα εντυπωσιακό βιογραφικό ως ηθοποιός, έχοντας πρωταγωνιστήσει
σε ταινίες όπως "Τζερεμία Τζώνσον, ο Αλύγιστος", "Τα Καλύτερά μας Χρόνια",
"Ο Υπέροχος Γκάτσμπυ", "3 Ημέρες του Κόνδορος", "Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου",
"Συνάντησις Αετών", "Brubaker", "Η Γέφυρα του Άρνεμ", "Ο Καλύτερος", "Πέρα
από την Αφρική", "Τρεις και Μοναδικοί", "Οι Αθόρυβοι", "Ανήθικη Πρόταση", "Υπόθεση
Πολύ Προσωπική", "Παιχνίδι Κατασκόπων", "Το Τελευταίο Οχυρό", "Το Ξέφωτο" και
"Αγεφύρωτες Σχέσεις".
Πέρα από τη διάκριση του στην υποκριτική, ο Ρέντφορντ έλαβε το βραβείο "Directors
Guild of America", Χρυσή Σφαίρα και Όσκαρ Καλύτερης Σκηνοθεσίας με την πρώτη
του σκηνοθετική απόπειρα, το σπαρακτικό οικογενειακό δράμα "Συνηθισμένοι Άνθρωποι".
Ως σκηνοθέτης έχει λάβει διθυραμβικές κριτικές και το βιογραφικό του περιλαμβάνει
επίσης τις ταινίες "Μιλάγκρο, η Γη της Σύγκρουσης", "Το Ποτάμι Κυλά Ανάμεσά
Μας", "Quiz Show", "Ο Γητευτής των Αλόγων" και "Ο Θρύλος του Μπάγκερ Βανς".
Πέρα από ηθοποιός και σκηνοθέτης, ο Ρέντφορντ τελεί συχνά και χρέη παραγωγού.
Έχει υπογράψει την παραγωγή σε ταινίες όπως "Ο Υποψήφιος", "Ηλεκτρικός Καβαλάρης",
"Ο Κατήγορος", "Ημερολόγια Μοτοσικλέτας" και "Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου",
η οποία κέρδισε επτά Όσκαρ, ανάμεσα στα οποία και Καλύτερης Ταινίας.
Το 1981, ο Ρέντφορντ ίδρυσε το Ινστιτούτο "Sundance" το οποίο έχει ως σκοπό
την υποστήριξη και ανάπτυξη νέων σεναριογράφων, σκηνοθετών με όραμα, καθώς
και την εθνική, αλλά και διεθνή, έκθεση του νέου ανεξάρτητου κινηματογράφου.
Το Κινηματογραφικό Φεστιβάλ "Sundance" είναι πρόγραμμα του Ινστιτούτου και είναι
διεθνώς αναγνωρισμένο ως η πιο σημαντική παρουσίαση ανεξάρτητου κινηματογράφου.
Το Μάρτιο του 2002,
ο Ρέντφορντ έλαβε τιμητικό Όσκαρ για τα επιτεύγματά του ως "ηθοποιός, σκηνοθέτης,
παραγωγός και δημιουργός του "Sundance", έμπνευση για ανεξάρτητους και πρωτοποριακούς
δημιουργούς παγκοσμίως".
Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ αποτελεί εξαίρεση για τον κόσμο του Χόλιγουντ. Παρά το
γεγονός πως είναι διάσημος παγκοσμίως για πάνω από 30 χρόνια, έχει καταφέρει
να διατηρήσει την προσωπική του ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Πέρα
από καλλιτέχνης, είναι ένας φλογερός υποστηρικτής της οικολογίας και του περιβάλλοντος,
ενώ πιστεύει στην κοινωνική ευθύνη. Ως επιχειρηματίας στηρίζει απόλυτα την
ασυμβίβαστη και δημιουργική έκφραση. Το πάθος του παραμένει στη δημιουργία
κινηματογραφικών ταινιών με ουσία, κοινωνικές και πολιτιστικές προεκτάσεις,
καθώς και στην ενθάρρυνση άλλων για την έκφραση μέσα από τις τέχνες.
Οι Ηθοποιοί
Ρόμπερτ Ρέντφορντ
Η Μέριλ Στριπ γεννήθηκε το 1949 στο Νιου Τζέρσεϊ. Έστρεψε την προσοχή της
στην ηθοποιία ως φοιτήτρια στο Βασάρ και συνέχισε τις σπουδές της στη Δραματική
Σχολή του Γέιλ. Θεωρείται μία από τις σημαντικότερες εν ζωή ηθοποιούς, αν όχι
η σημαντικότερη, έχοντας κερδίσει δύο Όσκαρ, για τις ταινίες "Κράμερ εναντίον
Κράμερ" και "Η Εκλογή της Σόφι", ενώ έχει κάνει ρεκόρ έχοντας λάβει 14 υποψηφιότητες
για Όσκαρ. Το 2004 τιμήθηκε με το "AFI Lifetime Achievement Award". Έχει υποδυθεί
μια εκπληκτική γκάμα ρόλων και έχει χαράξει μια μοναδική και εξιοθαύμαστη πορεία
στον κινηματογράφο, στο θέατρο αλλά και στην τηλεόραση.
Η Στριπ έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο το 1977 με την ταινία "Julia",
στην οποία συμπρωταγωνιστούσε με τη Τζέιν Φόντα και τη Βανέσα Ρεντγκρέϊβ. Στη
συνέχεια πρωταγωνίστησε σε ταινίες όπως "Ο Ελαφοκυνηγός", "Η Ερωμένη του Γάλλου
Λοχαγού", "Η Εξαφάνιση της Κάρεν Σίλκγουντ", "Πέρα από την Αφρική", "Ξένοι
στην Ίδια Πόλη", "Κραυγή στο Σκοτάδι", "Μια Αγάπη Γεννιέται", "Φλογισμένες
Σχέσεις" και "Μανχάτταν".
Κατά τη διάρκεια των '90s, η Στριπ συνέχισε να χτίζει ένα εντυπωσιακό βιογραφικό
και υποδύθηκε μια σειρά διαφορετικών χαρακτήρων σε ταινίες όπως "Διαβολογυναίκα",
"Φλερτάροντας τη Ζωή", "Υπερασπίζοντας τη Ζωή Μας", "Ο Θάνατος Σού Πάει Πολύ",
"Το Σπίτι των Πνευμάτων", "Άγριος Ποταμός", "Οι Γέφυρες του Μάντισον", "Σταγόνες
Αγάπης", "Πριν και Μετά", "Κάτι Αληθινό" και "Μια Τρυφερή Σχέση".
Οι πιο πρόσφατοι ρόλοι της Στριπ είναι στις ταινίες "Οι Ώρες", "Adaptation",
"Ο Άνθρωπος της Ματζουρίας", "Λέμονι Σνίκετ: Μια Σειρά από Ατυχή Γεγονότα",
"Εγώ, Αυτός και η Μητέρα του", "Η Καλύτερη Παρέα", "Ο Διάβολος Φοράει Prada"
και "Η Τελευταία Νύχτα". Προσεχώς θα τη δούμε στην ταινία "Έκδοση Κρατουμένου"
και στην κινηματογραφική μεταφορά του γνωστού μιούζικαλ "Mamma Mia", για την
οποία η Στριπ επισκέφθηκε την Ελλάδα αφού μέρος των γυρισμάτων έλαβε μέρος
στη χώρα μας.
Στο θεατρικό σανίδι πάτησε για πρώτη φορά το 1976 με το "27 Wagons Full of
Cotton", για το οποίο κέρδισε τα "Outer Critics Circle Award" και "Theater
World Award", ενώ προτάθηκε και για Τόνι. Την ίδια χρονιά πρωταγωνίστησε
και στο "A Memory of Two Mondays". Μέχρι σήμερα έχει λάβει μέρος στις εξής
παραστάσεις: "Secret Service", "The Cherry Orchard", "Henry V", "Measure
for Measure", "Happy End", "Alice at the Palace", για το οποίο κέρδισε Όμπι,
"The Taming of Shrew", "The Seagull" και "Mother Courage".
Η Στριπ, πέρα από τον κινηματογράφο και το θέατρο, έχει αφήσει το στίγμα της
και στην τηλεόραση. Συγκεκριμένα, έχει λάβει υποψηφιότητα για Έμι με την τηλεταινία
"First Do No Harm", το κέρδισε όμως για την ερμηνεία της στη μίνι σειρά "Holocaust",
ενώ έχει κερδίσει και Χρυσή Σφαίρα για την τηλεταινία "Ο Θεός Ξέχασε τον Παράδεισο".
Ο Τομ Κρουζ γεννήθηκε το 1962 στη Νέα Υόρκη και ήταν ο μοναδικός γιος ανάμεσα
σε τέσσερα παιδιά, ενώ οι γονείς του ζούσαν σαν νομάδες. Πέρασε το μεγαλύτερο
μέρος της παιδικής του ηλικίας μετακομίζοντας, με αποτέλεσμα μέχρι την ηλικία
των 14 να έχει παρακολουθήσει μαθήματα σε 15 διαφορετικά σχολεία σε Η.Π.Α.
και Καναδά. Τελικά καταστάλαξε στο Νιου Τζέρσεϊ με τη μητέρα του και το νέο
της σύζυγο. Ενώ ήταν στο λύκειο άρχισε να αναπτύσσει ενδιαφέρον για την υποκριτική,
εγκατέλειψε τα αρχικά του σχέδια για να γίνει ιερέας, παράτησε το σχολείο και
στα 18 του επέστρεψε στη Νέα Υόρκη για να κυνηγήσει την καριέρα του ηθοποιού.
Μέχρι σήμερα, ο Κρουζ έχει βρεθεί τρεις φορές υποψήφιος για Όσκαρ, με τις ταινίες
"Γεννημένος την 4η Ιουλίου", "Τζέρι Μαγκουάιρ" και "Μανόλια", ενώ οι ταινίες
του έχουν κάνει συνολικές εισπράξεις πάνω από 6 δισεκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως,
κατόρθωμα το οποίο δεν έχει πλησιάσει κανένας άλλος ηθοποιός.
Το κινηματογραφικό του ντεμπούτο έγινε το 1981, όταν ήταν μόλις 19 ετών, με
την ταινία "Ατελείωτη Αγάπη". Στη συνέχεια συμμετείχε στις ταινίες "Taps" και
"The Outsiders" αλλά τράβηξε την προσοχή κοινού και κριτικών με τον πρωταγωνιστικό
ρόλο στο "Οι Σκοτεινές Μπίζνες ενός Πρωτάρη". Σύντομα αναδείχθηκε σε έναν από
τους μεγαλύτερους αστέρες του Χόλιγουντ με πρωταγωνιστικούς ρόλους στις ταινίες
"Top Gun", "Το Χρώμα του Χρήματος", "Cocktail", "Ο Άνθρωπος της Βροχής", "Μέρες
Κεραυνού", "Ζήτημα Τιμής", "Η Φίρμα" και "Συνέντευξη με έναν Βρυκόλακα".
Ο Κρουζ κατάφερε να δημιουργήσει ένα εξαιρετικά δημοφιλές franchise, υποδυόμενος
τον Ειδικό Πράκτορα Ήθαν Χαντ, στα "Mission Impossible I, II & III". Το
βιογραφικό του περιλαμβάνει επίσης τις ταινίες "Μάτια Ερμητικά Κλειστά", η
οποία είναι η τελευταία ταινία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, "Vanilla Sky", "Ο Τελευταίος
Σαμουράι" και "Collateral". Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ τον έχει σκηνοθετήσει στις
ταινίες επιστημονικής φαντασίας "Minority Report" και "Ο Πόλεμος των Κόσμων".
Ο Κρουζ έχει λάβει πολυάριθμα βραβεία, έχει καταφέρει να συνδυάσει την αναγνώριση
των κριτικών με την εμπορική επιτυχία, ενώ παράλληλα είναι εξαιρετικά δημοφιλής
παγκοσμίως. Τα τελευταία 13 χρόνια τελεί και χρέη παραγωγού με ιδιαίτερη επιτυχία,
συνεργαζόμενος με την Πόλα Βάγκνερ, προσθέτοντας εκατομμύρια δολάρια στον προσωπικό
του λογαριασμό. Ο Κρουζ κι η Βάγκνερ απέκτησαν πρόσφατα τον έλεγχο του θρυλικού
στούντιο "United Artists". Προσεχώς θα δούμε τον Κρουζ στο "Valkyrie", από
τον σκηνοθέτη Μπράιαν Σίνγκερ και τον σεναριογράφο Κρίστοφερ ΜακΚουάρι, την
ομάδα πίσω από το "Συνήθεις Ύποπτοι".
Η Παραγωγή
"Εάν αυτή ήταν μια ταινία για τον πόλεμο, το πιθανότερο είναι πως δε θα μου
τράβαγε το ενδιαφέρον διότι ήξερα πως θα υπάρξουν διάφορες ταινίες για το
συγκεκριμένο θέμα στην πάροδο του χρόνου. Αυτό που μου τράβηξε το ενδιαφέρον
ήταν το ότι η ιστορία χρησιμοποιεί τον πόλεμο ως καταλύτη για τρεις πολύ
προσωπικές ιστορίες, οι οποίες αφορούν θέματα που με ενδιαφέρουν περισσότερο:
ο ρόλος των Μ.Μ.Ε., της παιδείας, της πολιτικής και της νεολαίας στην Αμερική.
Ήταν η ιδέα πως αυτές οι ιστορίες μπορούν να ενωθούν δραματουργικά, ώστε
να αναγκάσουν το κοινό να σκεφτεί πού στέκεται αυτή τη στιγμή, που με ιντρίγκαρε." Ρόμπερτ Ρέντφορντ
Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ τονίζει πως το "Λέοντες Αντί Αμνών" αναφέρεται
ελαφρά στα τρέχοντα γεγονότα. Η ταινία διαπραγματεύεται θέματα πολύ πιο βαθιά
και δεν
είναι επ’ ουδενί ένα πολεμικό δράμα. Για την ακρίβεια, είναι ένα ανθρώπινο
δράμα που ωθεί τα μέλη του κοινού να αμφισβητήσουν, να αναρωτηθούν, να αισθανθούν
και να συμμετέχουν πολύ πιο ενεργά στη μοίρα τους, καθώς και στη μοίρα της
χώρας. "Στο τέλος, οι ερωτήσεις που απευθύνουν ουσιαστικά οι τρεις ιστορίες
της ταινίας προς το κοινό είναι: Εσύ τι θα έκανες; Εσύ πώς θα ένιωθες; Όλα
καταλήγουν σε αυτό", εξηγεί ο Ρέντφορντ.
Ο Ρέντφορντ πάντα έδειχνε ενδιαφέρον για συναισθηματικές ιστορίες που αφορούν
την ουσία της ζωής στην Αμερική, ιστορίες για καθημερινούς ανθρώπους που εμπλέκονται
και επηρεάζονται από τα ευρύτερα ζητήματα που αντιμετωπίζει το δημοκρατικό
έθνος. Αυτή η βασική γραμμή που διασχίζει την πολυδιάστατη καριέρα του, από
πρωταγωνιστής σε σκηνοθέτης και πολέμιος του ανεξάρτητου κινηματογράφου, τον
οδήγησε στο "Λέοντες Αντί Αμνών", ένα σενάριο από τον Μάθιου Κάρναχαν, έναν
σχετικά άγνωστο νέο σεναριογράφο.
Παρά το γεγονός πως δεν είχε σκηνοθετήσει ταινία εδώ και επτά χρόνια, όταν
το σενάριο έφτασε στο γραφείο του, του έκανε αμέσως εντύπωση και αυτό είναι
το σημαντικότερο κριτήριο για τον Ρέντφορντ: "Ήρθε από το πουθενά. Μου προκάλεσε
έκπληξη διότι είναι πολιτικό και υπάρχει μεγάλη ανασφάλεια για την εισπρακτική
επιτυχία των ταινιών αυτών στις μέρες μας, με αποτέλεσμα να υλοποιούνται μόνο
οι ασφαλείς επιλογές. Οι ταινίες που αποτελούν ρίσκο, αυτές που σε κάνουν να
σκεφτείς και να αναρωτηθείς, δεν βρίσκονται εύκολα. Αυτές όμως ήταν πάντα οι
ταινίες που μου άρεσε να σκηνοθετώ."
Το ρίσκο σίγουρα δεν επρόκειτο να σταματήσει τον Ρέντφορντ. Αντιθέτως, λειτούργησε
ως έμπνευση. Το "Λέοντες Αντί Αμνών" όμως δεν προσέλκυσε το ενδιαφέρον του
Ρέντφορντ επειδή του προσέφερε απλά την ευκαιρία να ρισκάρει, αλλά επειδή του
έδωσε τη δυνατότητα να προκαλέσει συζητήσεις και να αφυπνίσει τους νέους, οι
οποίοι δεν έχουν συνηθίσει να παρακολουθούν ταινίες, με χαρακτήρες της ηλικίας
τους, που να διαπραγματεύονται σοβαρά ζητήματα. "Ελπίζω πως η ταινία αυτή θα
βάλει το κοινό στη διαδικασία να αναρωτηθεί σε ποιό σημείο βρισκόμαστε ως χώρα
και πώς φτάσαμε ως εδώ" λέει ο Ρέντφορντ. "Κατά τη γνώμη μου, η ιστορία δεν
αναφέρεται μόνο στα τρέχοντα ζητήματα. Στην πραγματικότητα, αναφέρεται στους
βαθύτερους παράγοντες που βρίσκονται πίσω από αυτά τα ζητήματα και στον τρόπο
που τα βιώνουν σε προσωπικό επίπεδο οι καθημερινοί άνθρωποι. Νομίζω πως είναι
μια ιστορία για την προσωπική ευθύνη, για τους νέους που αποδέχονται το ρόλο
που παίζουν στη διαμόρφωση του μέλλοντος, καθώς και για τον τρόπο που όλοι
μας οδηγούμαστε σε συγκεκριμένες επιλογές στη ζωή προσπαθώντας να κάνουμε τον
κόσμο μας καλύτερο."
Το ενδιαφέρον του Ρέντφορντ τράβηξε επίσης η γρήγορη και έντονη ροή της ιστορίας,
αλλά και οι δημιουργικές προκλήσεις που παρουσίαζε. "Δεν με ενδιαφέρουν οι πολιτικές
ταινίες από ιστορικής απόψεως. Το σενάριο πρέπει να βασίζεται στους χαρακτήρες,
όπως για παράδειγμα στην ταινία "Όλοι οι Άνθρωποι
του Προέδρου". Αυτό που μου άρεσε είναι πως ο καθένας στις τρεις ιστορίες του
"Λέοντες Αντί Αμνών" έχει το προσωπικό του συμφέρον και δεν συνυπάρχουν πάντα
αρμονικά" αναφέρει ο Ρέντφορντ. "Έχεις επίσης τρεις ιστορίες, δύο από τις οποίες
λαμβάνουν χώρα σε γραφεία. Πώς καταφέρνεις να τις παρουσιάσεις δραματουργικά
και κινηματογραφικά; Όσο περισσότερο το σκεφτόμουν, τόσο μεγαλύτερη γινόταν
η πρόκληση και όλο και περισσότερο με έλκυε η πρόκληση αυτή".
Το γεγονός πως ο Τομ Κρουζ είχε εκφράσει ενδιαφέρον για τη συγκεκριμένη ταινία
τράβηξε επίσης την προσοχή του Ρέντφορντ. Ο Κρουζ εξέφρασε ενδιαφέρον για την
ταινία ως ηθοποιός, συγκεκριμένα για το ρόλο του Γερουσιαστή Ίρβιν, αλλά και
ως παραγωγός. Ήθελε η ταινία αυτή να είναι η πρώτη παραγωγή που θα αναλάβει
η ανανεωμένη πλέον "United Artists". Σαν να μην έφτανε το γεγονός αυτό, φήμες
άρχισαν να ακούγονται πως η Μέριλ Στριπ έχει το σενάριο στα χέρια της. "Δεν
πιστεύω πως η ταινία αυτή θα είχε γίνει χωρίς τον Τομ" εξηγεί ο Ρέντφορντ.
"Η ιδέα του Τομ να υποδύεται ένα Γερουσιαστή ήταν τόσο διαφορετική και ιντριγκαδόρικη.
Στη συνέχεια κάλεσα τη Μέριλ και της είπα "Ενδιαφέρομαι για αυτό το σενάριο,
εσύ;", εκείνη απάντησε "Εάν το κάνεις εσύ, εγώ ακολουθώ" και όλα πλέον είχαν
δρομολογηθεί εξαιρετικά γρήγορα."
Όταν η Στριπ διάβαζε το σενάριο, δεν γνώριζε πως παράλληλα είχε τραβήξει την
προσοχή του Ρέντφορντ. Στην πραγματικότητα ήταν η επικαιρότητα του θέματος
που κέρδισε το ενδιαφέρον της και την έκανε να μην μπορεί να βγάλει την ιστορία
από το μυαλό της. "Είναι μια ιστορία για το πώς κάνουμε τις σωστές επιλογές
αλλά και για το πόσο εύκολο ειναι να μην κάνουμε καμιά επιλογή" εξηγεί η Στριπ.
"Είναι μια ταινία που υποστηρίζει πως δεν έχει σημασία τι πιστεύεις ή τι αισθάνεσαι
εάν δεν κάνεις κάτι γι’αυτό, εάν δεν κρατήσεις μια στάση και δεν ρισκάρεις
τα πάντα."
"Δεν σκέφτηκα ποτέ πως πρόκειται για μια πολεμική ταινία" λέει ο Κρουζ. "Πιστεύω
πως η ταινία αυτή θα προάγει το διάλογο και θα έρθει αντιμέτωπη με τις ιδέες
των θεατών, όποιες κι αν είναι οι απόψεις τους. Αφορά διαχρονικά θέματα που
αποτελούν τα θεμέλια της χώρας, όπως η ελευθερία του λόγου και η ελευθερία
ιδεών, ενώ παράλληλα προσκαλεί το θεατή να ερμηνεύσει τα γεγονότα και να βγάλει
τα δικά του συμπεράσματα. Ακόμα και κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, όλοι,
από τον Ρόμπερτ μέχρι το καστ και το συνεργείο, νιώθαμε την ανάγκη να κάνουμε
πολύωρες συζητήσεις για τα θέματα αυτά. Έτσι θεωρώ την ταινία αυτή εξαιρετικά
ψυχαγωγική αλλά παράλληλα συναρπαστική επειδή προσκαλεί τη συμμετοχή."
Οι Τρεις Ιστορίες
Η Δημοσιογράφος και ο Γερουσιαστής
Η ταινία "Λέοντες Αντί Αμνών" έδωσε την ευκαιρία σε δύο από τους πιο δημοφιλείς
και αξιοσέβαστους ηθοποιούς του Χόλιγουντ, τη Μέριλ Στριπ και τον Τομ Κρουζ,
να συνεργαστούν για πρώτη φορά. Υποδυόμενοι τη δημοσιογράφο Τζανίν Ροθ και
τον Αμερικανό Γερουσιαστή Τζάσπερ Ίρβιν, κατά τη διάρκεια μιας σύντομης συνάντησης
που μπορεί να οδηγήσει σε σοκαριστικές αποκαλύψεις και αλλαγές, τους δόθηκε
η ευκαιρία να παρουσιάσουν μια από τις σημαντικότερες μάχες της εποχής μας:
η ελευθερία των Μ.Μ.Ε. εναντίον της πολιτικής εξουσίας.
Η Στριπ περιγράφει τον εαυτό της ως εθισμένη στις ειδήσεις και τονίζει το πόσο
την εντυπωσίαζαν πάντα οι ζωές γυναικών στον τομέα της δημοσιογραφίας. "Η Κριστιάν
Αμανπούρ είναι ηρωίδα για μένα" αναφέρει η Στριπ. "Θαυμάζω πραγματικά τις γυναίκες
που μπαίνουν στην πρώτη γραμμή και μας μεταφέρουν τα γεγονότα χωρίς να επηρεάζονται
από τα συναισθηματά τους και χωρίς να επιλέγουν πλευρές.
Το δυσκολότερο είναι να ανακαλύψεις αυτό που δε θέλει να μοιραστεί μαζί σου
η δημοσιογράφος. Αυτό ήταν που προσέδιδε ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο ρόλο της
Τζανίν Ροθ."
Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, η Στριπ είχε ως αστείρευτη πηγή έμπνευσης
την ερμηνεία του Τομ Κρουζ. "Ο Τομ δίνει την εντύπωση κάποιου που έχει πραγματική
ελπίδα στο να αποτελέσει το μέλλον του κομματός του" λέει η Στριπ. "Οι σκηνές
μας θυμίζουν μονομαχία, με προσποιήσεις και επιθέσεις, όπου συγκρούονται πολύ
ισχυρά επιχειρήματα. Η δουλειά της Τζανίν είναι να κρύψει αυτό που νιώθει ώστε
να αποσπάσει την ιστορία, ενώ ο Γερουσιαστής καλύπτει τον πραγματικό του εαυτό
και παρουσιάζει μια διαφορετική πλευρά, την πλευρά με την οποία θέλει να είναι
γνωστός."
Ως Γερουσιαστής Ίρβιν, ο Κρουζ υποδύεται έναν άντρα που οι προσωπικές του πεποιθήσεις
τον οδηγούν στο να ρισκάρει τις ζωές Αμερικανών. "Ήταν μεγάλη πρόκληση για
μένα, ως ηθοποιό, και είναι πολύ διαφορετικός από τους προηγούμενους ρόλους
μου" εξηγεί ο Κρουζ. "Ο Τζάσπερ Ίρβιν είναι κάποιος που έχει μεγάλο εύρος γνώσης
για την κυβέρνηση και τον στρατό και πιστεύει πραγματικά πως συνεισφέρει με
τον καλύτερο τρόπο. Δεν θα μπορούσα να τον υποδυθώ απλά ως χαρακτήρα. Ένιωθα
πως πρέπει να γίνω ο τύπος αυτός, να κατανοήσω αυτά που γνωρίζει και να μπω
βαθιά στον ψυχισμό του και στον τρόπο σκέψης του. Είναι ένας ρόλος για τον
οποίο έπρεπε να κάνω έρευνα και να μελετήσω. Πέρασα πολύ χρόνο διαβάζοντας
για τη σύγχρονη κυβέρνηση, για την ιστορία της συντηρητικής σκέψης και για
τα τρέχοντα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Είχα επίσης την τύχη να συνομιλήσω
με άτομα σε πολύ υψηλά κυβερνητικά κλιμάκια, οι οποίοι ήταν πολύ ανοιχτοί και
μοιράστηκαν μαζί μου τις απόψεις τους."
Ο Κρουζ έπρεπε επίσης να βρει ένα δυναμικό τρόπο για την αλληλεπίδρασή του
με τη δημοσιογράφο που υποδύεται η Στριπ, ώστε να δημιουργηθεί ένταση σε σκηνές
που λαμβάνουν χώρα σε μερικά μόλις τετραγωνικά μέτρα ενός γραφείου. "Δεν έβλεπα
την ώρα να παίξω στις σκηνές αυτές μαζί της, να φέρω εις πέρας το απολαυστικό
αυτό παιχνίδι πνεύματος και νοημοσύνης" παραδέχεται ο Κρουζ. "Ό,τι θα μπορούσε
να ειπωθεί ποτέ για καλλιτέχνη, έχει ειπωθεί για τη Μέριλ και είναι όλα αλήθεια.
Είναι μια εξαιρετικά δυνατή γυναίκα και μια ιδιαίτερα γενναιόδωρη ηθοποιός.
Ήταν ένα όνειρο για μένα να δουλέψω μαζί της."
Ο Καθηγητής και ο Φοιτητής
Ενώ η Τζανίν Ροθ και ο Γερουσιαστής Ίρβιν "μονομαχούν" στην Ουάσινγτον, ένα
διαφορετικό είδος "μονομαχίας" λαμβάνει χώρα στο γραφείο ενός καθηγητή στην
αντίπερα ακτή. Στην περίπτωση αυτή, ο καθηγητής ιστορίας Δρ. Μάλεϊ έρχεται
αντιμέτωπος με έναν φοιτητή για τον οποίο πιστεύει πως έχει αυτό που χρειάζεται
για να κάνει τη διαφορά. Αυτό που χρειάζεται όμως ο φοιτητής για να πάρει μια
στάση είναι ένας πραγματικός λόγος.
Από τη στιγμή που διάβασε το σενάριο του "Λέοντες Αντί Αμνών", ο Ρέντφορντ
έβλεπε τον εαυτό του να υποδύεται τον Δρ. Μάλεϊ, εν μέρει διότι πάντα τον γοήτευε
ο ρόλος των εκπαιδευτικών και της μόρφωσης γενικότερα, καθώς και η ιδέα τού
να δίνεται σε νέες γενιές η ευκαιρία να ακουστούν – μια πλευρά του πραγματικού
χαρακτήρα του Ρέντφορντ που τον οδήγησε στην ίδρυση του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ
"Sundance".
Ο Ρέντφορντ είδε τον Μάλεϊ ως μέλος μιας γενιάς η οποία βρίσκεται δυστυχώς
υπό εξαφάνιση. Ο Μάλεϊ είναι μοναχικός και χρησιμοποιεί συχνά ανορθόδοξες μεθόδους
για να υπερασπιστεί τα πιστεύω του, γεγονός που συγκίνησε τον Ρέντφορντ. "Είναι
ένας καθηγητής που πιστεύει πως η μόρφωση είναι ένα σημαντικό εργαλείο για
τη δύναμη και την ανάπτυξη της δημοκρατίας. Παρά ταύτα, αισθάνεται πως ο στόχος
ζωής που είχε στο να πρεσβεύει τις ιδέες αυτές έχει αρχίσει να εξασθενεί" σύμφωνα
με τον Ρέντφορντ. "Ένας μόνο φοιτητής, ο Τοντ, μετατρέπεται σε σύμβολο απέναντι
στην ιδεολογία του καθηγητή. Ο Τοντ είναι ένας φοιτητής με εξαιρετικές δυνατότητες,
τις οποίες αγνοεί προτιμώντας
να ακολουθήσει το δρόμο της εύκολης ζωής. Ο Μάλεϊ θα οδηγηθεί σε μια τελευταία
απεγνωσμένη προσπάθεια να αναγκάσει το παιδί αυτό να έρθει αντιμέτωπο με
το μέλλον του και να πάρει αποφάσεις."
Για το ρόλο του Τοντ, ο Ρέντφορντ επέλεξε ένα νέο ταλέντο, τον Άντριου Γκάρφιλντ.
Ο Γκάρφιλντ είναι Βρετανός ηθοποιός θεάτρου, από Αμερικανό πατέρα, και θα τον
δούμε προσεχώς στο "The Other Boleyn Girl". "Δεν ήταν Αμερικανός, οπότε οι
πιθανότητες δεν ήταν με το μέρος του, αλλά ήταν τόσο έξυπνος και πνευματώδης
που με έπεισε ότι είναι το κατάλληλο είδος ατόμου για να μονομαχήσει με τον
χαρακτήρα μου" εξηγεί ο Ρέντφορντ. "Ήταν μια πραγματική ανακάλυψη και, σε προσωπικό
επίπεδο, ήταν διασκεδαστικό να συνεργάζομαι μαζί του."
Αναλαμβάνοντας το ρόλο, ο Γκάρφιλντ έπρεπε να αντιμετωπίσει τη διπλή πρόκληση
τού να συμπρωταγωνιστήσει αλλά και να σκηνοθετηθεί από τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ
στον πρώτο του μεγάλο κινηματογραφικό ρόλο. "Στην αρχή μου φαινόταν σαν δίκοπο
μαχαίρι" εξομολογείται ο Γκάρφιλντ. "Από τη μία ήταν ένα ενθουσιώδες γεγονός
αλλά από την άλλη μου φαινόταν τρομακτικό. Μου πήρε τρεις με τέσσερις μέρες
να το πιστέψω πραγματικά. Ήταν σαν όνειρο. Όταν όμως τον συνάντησα, μετατράπηκε
αμέσως στα μάτια μου σε έναν απλό άνθρωπο. Παρά το γεγονός πως είναι ένας απίστευτος
κινηματογραφικός θρύλος, δεν είναι καθόλου ξιπασμένος. Ήταν σαν να δουλεύω
με έναν εκπληκτικό ηθοποιό αλλά δεν υπήρχε ίχνος εγωισμού. Είναι πολύ αυθόρμητος
όταν παίζει ενώ όταν σκηνοθετεί είναι ιδιαίτερα ήρεμος και γενναιόδωρος."
Οι Δύο Στρατιώτες
Στο κέντρο των πολλαπλών νημάτων του "Λέοντες Αντί Αμνών" κλιμακώνεται μια
ιστορία που κόβει την ανάσα, όπου δύο αφοσιωμένοι στρατιώτες και καλύτεροι
φίλοι δίνουν αγώνα για τη ζωή τους σε μια κορυφογραμμή, μακριά από τα μέρη
όπου λαμβάνουν χώρα οι υπόλοιπες ιστορίες. Στην επιλογή ηθοποιών για τους ρόλους
των δύο στρατιωτών, Άριαν και Έρνεστ, ο Ρέντφορντ ήλπιζε να βρει ηθοποιούς
που θα μπορούσαν να κατανοήσουν από πού προήλθαν αυτοί οι δύο νέοι και πόσο
σκληρά έχουν δουλέψει για να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους. "Έπρεπε να έχεις
την αίσθηση πως και οι δύο νέοι προέρχονται από φτωχογειτονιές και ξέφυγαν
από αυτές μέσα από τα επιτεύγματά τους" λέει ο Ρέντφορντ. "Παράλληλα όμως με
τα ακαδημαϊκά τους επιτεύγματα και την εκλέπτυνσή τους, πρέπει να έχουν και
μια δόση τσαμπουκά αφού έχουν μεγαλώσει σε γκέτο."
Ο Ρέντφορντ επέλεξε για τους ρόλους αυτούς τον Ντέρεκ Λιουκ και τον Μάικλ Πένια,
δύο ανερχόμενα αστέρια που δεν μεγάλωσαν στα πλούτη και έχουν το ταλέντο που
χρειάζεται για να παρουσιάσουν στη μεγάλη οθόνη μια μοναδική φιλία κάτω από
ιδιάζουσες συνθήκες. "Το πιο ενδιαφέρον πράγμα για μένα πάνω στον Ντέρεκ και
τον Μάικλ ήταν το συναισθηματικό τους βάθος" αναφέρει ο Ρέντφορντ. "Έχουν και
οι δύο ισχυρές προσωπικότητες, τους χαρακτηρίζει αληθινή αξιοπρέπεια αλλά και
μια αίσθηση ανθρωπιάς που ήταν ιδιαίτερα σημαντική." Ο Ντέρεκ Λιουκ έγινε γνωστός
από το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Ντένζελ Ουάσινγκτον, "Η Ιστορία του Αντουάν
Φίσερ", και πρόσφατα πρωταγωνίστησε στο πολιτικό θρίλερ του Φίλιπ Νόις, "Πύρινοι
Δρόμοι". Ο Μάικλ Πένια είναι γνωστός από τους ρόλους του σε ταινίες όπως "Crash",
"Babel", "World Trade Center" και "Shooter".
Ο Λιουκ και ο Πένια πέρασαν από εκτεταμένη εκπαίδευση σε όπλα και μάχη, ώστε
να αποκτήσουν τη σωματική διάπλαση ενός επαγγελματία στρατιώτη και να μπορούν
να κουβαλήσουν τον στρατιωτικό εξοπλισμό, που ζύγιζε γύρω στα 40 κιλά. Η εμπειρία
ήταν διαφωτιστική. "Μετά από μερικές μέρες εκπαίδευσης, ήταν λες και δεν υπήρχε
ο έξω κόσμος" θυμάται ο Λιουκ. "Υπήρχε μόνο η αδελφότητα – ένας αδερφός στα
δεξιά μου κι ένας στα αριστερά μου. Πήρα μια ιδέα από την αίσθηση της τιμής,
της αφοσίωσης και της θυσίας που χαρακτηρίζει τον κάθε στρατιώτη." Η εκπαίδευση έφερε επίσης τον Λιουκ και τον Πένια πιο κοντά. "Αποκτήσαμε μια
αίσθηση συναδελφικότητας και ανακαλύψαμε πολλές ομοιότητες μεταξύ μας" λέει
ο Λιουκ. "Ήρθαμε και οι δύο στην ταινία με την πρόθεση να παρουσιάσουμε κάτι
ρεαλιστικό και αυτό δημιούργησε ένα γνήσιο δέσιμο μεταξύ μας, το οποίο αντικατοπτρίζεται
στην οθόνη."
Η εκπαίδευση όμως δεν μπόρεσε να τους προετοιμάσει για τα πολύωρα γυρίσματα
όπου ήταν κι οι δύο βυθισμένοι σε πραγματικό χιόνι. "Θυμάμαι να κάθομαι σε
ένα λάκκο με χιονόλασπη μέχρι το στήθος και έπρεπε να λέω στον εαυτό μου πως
"αυτό είναι για καλό σκοπό, είναι για καλή ταινία" λέει ο Πένια. Τον Πένια
τον τράβηξε το σενάριο αλλά όταν έμαθε ποιοι θα ήταν οι συμπρωταγωνιστές του
έπρεπε να τσιμπηθεί για να σιγουρευτεί πως δεν ονειρεύεται. Θυμάται πως: "Ρώτησα
ποιος το σκηνοθετεί, μου είπαν "ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ" και είπα "ωραία". Ρώτησα
ποιοι θα πρωταγωνιστούν και μου είπαν "ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ" και σκέφτηκα "ωραία".
"Α είναι και η Μέριλ Στριπ στο καστ καθώς και ο Τομ Κρουζ" μου είπαν μετά και
σκέφτηκα πως μάλλον με δουλεύουν. Με είχε πλημμυρίσει δέος."
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΡΗΤΑ Η ΜΕΡΙΚΗ Ή ΟΛΙΚΗ ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ, ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΥΠΕΥΘΥΝΟΥ Το πρωτότυπο περιεχόμενο του myFILM.gr, είναι αποτέλεσμα δημοσιογραφικής έρευνας και εργασίας και προστατεύεται από το νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων και διανόησης.
All logos, trademarks and content in this site are property of their respective owner, the comments and reviews of their posters. Όλες οι δημοσιεύσεις σε αυτές τις ιστοσελίδες εκφράζουν τις απόψεις και τη γνώμη των συντακτών τους και όχι του εκδότη ή αρχισυντάκτη, των διαχειριστών ή συντονιστών (εκτός των δημοσιεύσεων των ιδίων) και ως εκ τούτου δεν φέρουν καμία ευθύνη για αυτές. myfilm.gr | themovie.gr | cinestar.gr | thestarmovie.com | thestarfilm.com | xms24.com