 |
[Comments] [Κριτικές] [Στοιχεία] [Φωτό] [Πόστερ] [Βίντεο] [Περισσότερα] [Κορυφή]
J. EDGAR 
του Κλιντ Ίστγουντ
με τους Λεονάρντο ΝτιΚάπριο, Ναόμι Γουότς, Τζούντι Ντεντς, Άρμι Χάμερ, Τζος Λούκας, Ντέιμον Χέριμαν, Κεν Χάουαρντ
Υπόθεση:
Κατά τη διάρκεια της ζωής του, ο Τζ. Έντγκαρ Χούβερ θα εξελιχτεί σε ένα από τους ισχυρότερους άνδρες στην Αμερική. Ως επικεφαλής του Ομοσπονδιακού Γραφείου Ερευνών (FBI) για σχεδόν 50 χρόνια, τίποτα δεν τον σταματά από το να προστατεύει τη χώρα του. Εν μέσω οκτώ προέδρων και τριών πολέμων, ο Χούβερ κήρυξε τον πόλεμο σε όποιες απειλές εμφανίζονταν στο δρόμο του, πραγματικές ή μη, συχνά παρακάμπτοντας τους κανόνες προκειμένου να διαφυλάξει την ασφάλεια των συμπατριωτών του. Ακολούθησε μεθόδους αδίστακτες αλλά και ηρωικές, λαμβάνοντας για έπαθλο τον πολυπόθητο, θαυμασμό του κόσμου.
Ο Χούβερ ήταν ένας άνθρωπος που έδινε μεγάλη αξία στα μυστικά- ιδίως εκείνα των άλλων-και δεν φοβόταν να χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες για να ασκήσει εξουσία πάνω στις ηγετικές μορφές του έθνους. Κατανοώντας ότι η γνώση είναι δύναμη και ότι ο φόβος δημιουργεί ευκαιρίες, χρησιμοποίησε και τα δύο για να κερδίσει πρωτοφανή επιρροή και να χτίσει τη φήμη ότι ήταν τρομερός και ότι κανείς δεν μπορούσε να τον αγγίξει. Προφυλασσόταν στην προσωπική του ζωή, τόσο όσο και στη δημόσια, δίνοντας μόνο σε ένα μικρό και προστατευτικό κύκλο ανθρώπων την εμπιστοσύνη του.
O κοντινότερος συνάδελφός του, ο Κλάιντ Τόλσον, ήταν και ο σταθερός σύντροφός του. Η γραμματέας του, Έλεν Γκάντι, η οποία ήταν ίσως και η πιο μυημένη στα σχέδια του Χούβερ, παρέμεινε πιστή ως το τέλος της ζωής του. Μόνο η μητέρα του Χούβερ, η οποία αποτέλεσε την έμπνευση και τη συνείδησή του, θα τον εγκαταλείψει, συντρίβοντας συναισθηματικά το γιο της, που πάντα επιζητούσε την αγάπη και την έγκρισή της.
ΚΡΙΤΙΚΕΣ Η Βαθμολογία μου:
Ο Κλιντ Ίστγουντ πλάθει τον ήρωα - alter ego του "Βρώμικου Χάρι" με επιτηδευμένη αφέλεια
Ο Κλιντ Ίσγουντ μας παραδίδει μία ημιτελή ταινία σε σύγκριση με όσες είδαμε τα τελευταία χρόνια. Με τον πήχυ πολύ ψηλά, οι προσδοκίες για κάθε νέα ταινία του είναι μεγάλες. Αυτή την φορά δείχνει να μην είναι σε πνευματική διαύγεια ή το θέμα δεν ευνόησε την έμπνευσή του.
Παρουσιάζει τον Τζ. Έντγκαρ Χούβερ, ιδρυτή και διευθυντή του FBI από την πλευρά των απομνημονευμάτων του ως άνθρωπο δυναμικό, φιλόδοξο, αδίστακτο, τολμηρό, αλαζόνα, με κάποιες ιδιαίτερες αδυναμίες και πάθη. Αποφεύγει να προκαλέσει δίνοντάς του άμεσα, το στίγμα της ομοφυλοφιλίας και δεν μας δίνει σε καμία στιγμή "ροζ σκηνές κλειδαρότρυπας" εκτός από έναν υπέρμετρο δανδισμό. Σέβεται και θαυμάζει τόσο πολύ τον χαρακτήρα του και στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει ορισμένες από τις ενέργειές του επιδίδεται σε μια "αγιοποίηση", χωρίς αξιόπιστο αντίλογο ή μάλλον μηδαμινό. Και βέβαια είναι γνωστό πως ο Κλιντ τιμά τις ρίζες όσων λευκών μάχονται ενάντια στην παρανομία και την διαφθορά, με κάθε μέσο. Νιώθοντας την ανάγκη να υπερασπιστεί το πεπρωμένο της Λευκής Φυλής μιλά εξονόματος Χούβερ. Όσοι καταπολεμούσαν το έγκλημα, κι έκαναν χρήση των πρωτοπόρων για την εποχή υπηρεσιών του FBI βρέθηκαν αντιμέτωποι με έναν συνεχώς διογκούμενο όγκο πληροφοριών που χρειαζόταν συγκέντρωση και ταξινόμηση σ΄ένα ενιαίο κεντρικό Σύστημα. Ο Χούβερ κατάφερε ως απόλυτα έμπιστο άτομο να εισάγει τις μεθόδους του ("φακέλλωμα") με σκοπό την ασφάλεια και την προστασία των πολιτών της Αμερικής, που θεωρήθηκε μέγα επίτευγμα.
Ατυχία ή ευτυχία η κόντρα του Έντγκαρ με το Νίξον;
Με την αξιοποίηση κάθε είδους μυστικών που συγκεντρώνονταν στα Κεντρικά της Υπηρεσίας είχε αναχθεί σε Υπεράθρωπο της Εξουσίας. Ήταν η εξανθρώπιση της ίδιας της Εξουσίας με μια ασταμάτητη εκστρατεία προπαγάνδας και παθιασμένης αντικομμουνιστικής υστερίας σε όλα τα μήκη και πλάτη των ΗΠΑ. Ο Χούβερ, επίσης ήταν ένα άτομο, που έκρυβε (και καταπίεζε) πολύ τα συναισθήματά του και ξεσπούσε σε όσους θεωρούσε "κακούς". Κι ότι ήταν κακό για εκείνον θεωρούσε πως ήταν εξίσου κακό για την Αμερική. Ο Ίστγουντ ρίχνει μια γρήγορη ματιά στο οικογενειακό περιβάλλον του Χούβερ (Λεονάρντο ΝτιΚάπριο), την σχέση με την μητέρα του (Τζούντι Ντεντς) και όσα άτομα ήταν στον πολύ στενό του κύκλο, δηλαδή τον Τόλσον (Άρμι Χάμερ), δεξί του χέρι και πλατωνικός σύντροφος και την Έλεν, την γραμματέα του (Ναόμι Γουότς). Δεν εξαντλεί την ψυχολογική διάσταση των χαρακτήρων ενώ απλά καταγράφει το τραυματικό παρελθόν του κύριου χαρακτήρα. Ο Ντικάπριο υποδύεται τον Τζ. Έντγκαρ, με άνεση, κάνοντάς τον χαρακτήρα πιο συμπαθή στο κοινό, παρά την ορατή εσωστρέφεια και τις αδίστακτες φιλοδοξίες του. Αυτή η χαρισματική προσιτότητα του Λεονάρντο μπορεί να θεωρηθεί εξωραϊσμός του Ιστορικού προσώπου που παίζει. Ο Ίστγουντ δε σκέφτηκε να δείξει την αρνητική πλευρά αλλά και τις συνέπειες των έργων του Έντγκαρ στην υπόλοιπη κοινωνία γιατί απλά δεν τον ενδιέφερε μια ουδέτερη, αντικειμενική στάση. Ο Κλιντ συνυπογράφει τα θετικά σημεία της προσφοράς του Χούβερ στην Αμερικάνικη κοινωνία με έντονα υποκειμενικό τρόπο, ασπαζόμενος τις προσωπικές του συντηρητικές αντιλήψεις. Τον προσεγγίζει προσεκτικά για να μην τον "τσαλακώσει" και θαυμάζει την οργανωμένη του δουλειά και τις βάσεις για τον πόλεμο που θα εξελισσόταν απέναντι στην τρομοκρατία. Δεν απορρίπτει την ύπαρξη εσωτερικού υποκινούμενου δακτύλου, και οι προσπάθειές του εστιάζονται στον καλύτερο συντονισμό και ενημέρωση των συστημάτων ασφαλείας. Πέραν της υλικοτεχνικής υποδομής (οπλισμός, κοριοί κλπ) μεγαλύτερη βαρύτητα δίνεται στην συλλογή και επεξεργασία των στοιχείων κάθε υπόθεσης, ούτως ώστε να δημιουργηθεί ένα πρότυπο. Για το πρότυπο αυτό οι εργασίες γίνονται πάνω σε μια ξεκάθαρη ιδεολογική κατεύθυνση που δεν επιτρέπει αποκλίσεις, αναβολές και υποχωρήσεις. Για να επιτευχθούν οι σκοποί της Υπηρεσίας θα χρησιμοποιηθεί κάθε είδους "όπλο" μα κυρίως η συνομωσία, ο αντιπερισπασμός και η διαστρέβλωση της αλήθειας. Οι πληροφοριοδότες πράκτορες άνθησαν επί ημερών Χούβερ. Η εκστρατεία του Τζ. Έντγκαρ, θα είχε καταρρεύσει αν δεν συντηρούσε τις πτυχές του Αμερικάνικου Όνειρου ζωντανές. Θεωρώντας την ασφάλεια, ως το Α και το Ω, προσπάθησε να οριοθετήσει την γραμμή μεταξύ καλού και κακού. Θέλοντας να προπορεύεται από τους τάχιστα βελτιωμένους μηχανισμούς των κακοποιών, απαιτούσε συνεχώς μεγαλύτερα κονδύλια από τον προϋπολογισμό του Κογκρέσου για να εκσυγχρονίζει τις μεθόδους κατασκοπίας. Γιατί ο λόγος ήταν ιερός. Η προστασία του Αμερικανού πολίτη, της Οικογένειας, της Εργασίας και των δικαιωμάτων του. Τα θύματά του φυσικά πρωτίστως Αντιαμερικανοί και Αριστεροί ενώ η ρετσινιά εξουσίαζε ολοκληρωτικά.
Ο κόσμος λατρεύει τους σούπερ ήρωες και ο Χούβερ το εκμεταλεύτηκε πλήρως
Συνοπτικά ο οξυδερκής Αμερικάνος κινηματογραφιστής δεν μπαίνει στον κόπο να υπονομεύσει μία τόσο μεγάλη και εμβληματική προσωπικότητα, όχι γιατί του λείπει η έμπνευση αλλά γιατί οι προσωπικές του αξίες συγκλίνουν με κείνες του ήρωά του. Μία τόσο γοητευτικά περίπλοκη και συναρπαστική φιγούρα με πάρα πολύ σκοτεινό παρασκήνιο δεν εξαντλήθηκε απ' όλες τις πλευρές του σ΄αυτήν την ταινία. Μοιάζει αρκετά, ως φόρος τιμής στον Έντγκαρ, μια αφιέρωση που τον εκθειάζει, δεν αποκαλύπτει τα αρνητικά του σημεία και τις συνέπειες των ενεργειών του τοπικά και παγκοσμίως και αποφεύγει να εστιάσει στις κόντρες του με ανθρώπους και καταστάσεις. Η mainstream ακαδημαϊκή αφήγηση δεν παρουσιάζει κενά και όλες οι διαφωνίες μας ακολουθούν την ιδεολογική γραμμή και προσέγγιση μόνο. Τον αγαπάμε τον Κλιντ, πάντως, έστω και τόσο "λίγο" σε σύγκριση με τα προηγούμενα αριστουργήματά του. Ο ηθικός κόσμος μπορεί να μην είναι αγγελικά πλασμένος, όμως είναι διαβολικά όμορφος...

του Δημήτρη
Παπαμίχου me@myfilm.gr
Η Βαθμολογία μου:
Ήταν γνωστές εδώ και αρκετό καιρό οι ομοφυλοφιλικές και μάλιστα καταπιεσμένες τάσεις, του J. Edgar Hoover, δημιουργού - ουσιαστικά - και γενικού διευθυντή του F.B.I , επί 48 χρόνια.
Ο Λεονάρντο ΝτιΚάπριο ως ο σημαντικότερος ηθοποιός της γενιάς του, δίνει μια θαυμάσια κλασική ερμηνεία στον εν λόγω χαρακτήρα, στην νέα δουλειά του Κλιντ Ίστγουντ. Ενώ όμως ο ΝτιΚάπριο τα καταφέρνει, ο γέρο Κλιντ αυτή την φορά δεν μας δίνει την ταινία που θα περιμέναμε από έναν σκηνοθέτη του επιπέδου του, αλλά μια χλιαρή μελοδραματική ερωτική ιστορία και μια αρκετά εξωραϊσμένη ματιά, πάνω σ' έναν από τους σκοτεινοτέρους χαρακτήρες της εξουσίας στην Ιστορία των ΗΠΑ. Εμπνευστής του σχεδίου για τις παρακολουθήσεις και την πάταξη των άμοιρων Μαύρων Πανθήρων αλλά και του Αμερικανικού Κινήματος. Ο Κλιντ είναι γνωστός για ορισμένες συντηρητικές απόψεις του (δεν συγκαταλέγω την οπλοκατοχή σε αυτές!), αλλά σίγουρα δεν μπορώ να συμπαθήσω εύκολα ένα τέτοιο χαρακτήρα παρά τις όποιες πραγματικά ευαίσθητες πλευρές που μπορεί να έκρυβε, όπως ο απέλπιδος καταπιεσμένος ερωτάς του για τον υπ' αριθμόν 2 συνεργάτη του.
Και ο διοικητής των SS, Xάινριχ Χίμλερ υπεραγαπούσε τα ζώα, όμως οι σκοτεινές πλευρές του ήταν απείρως πιο ισχυρές πάνω στο τελικό απολογισμό της ζωής του (και δεν είμαι υπερβολικός, στην σύγκριση, με τον άνθρωπο που βρισκόταν πίσω από την απέλαση - εξορία, της αναρχικής, Έμα Γκόλντμαν).
Πάραυτα η ιστορία του Ίστγουντ, έχει έναν διάλογο ανάμεσα στους δύο πλατωνικούς εραστές Χούβερ και Τόλσον στο τέλος του φιλμ που φέρνει λίγο τα πράγματα στην θέση τους.
Πολύ καλή επίσης η Τζούντι Ντεντς στο ρόλο της μητέρας του J. Edgar. Κατά τα άλλα, το αισθητικό κομμάτι έχει υποχωρήσει μπρός στο βάρος της εξιστόρησης. Αυτό δεν το θεωρώ τόσο θετικό.

του Γιάννη Ραουζαίου giannis.raouzaios@myfilm.gr

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΑΙΝΙΑΣ >>CAST<<
Πρωταγωνιστούν:
Leonardo DiCaprio ... J. Edgar Hoover
Armie Hammer ... Clyde Tolson
Naomi Watts ... Helen Gandy
Josh Lucas ... Charles Lindbergh
Lea Thompson ... Lela Rogers
Ed Westwick ... Agent Smith
Jeffrey Donovan ... Robert F. Kennedy
Dermot Mulroney ... Colonel Schwarzkopf
Stephen Root ... Arthur Koehler
Judi Dench ... Anne Marie Hoover
Amanda Schull ... Anita Colby
Michael Rady ... Agent Jones
Tom Archdeacon ... Bill Mahon
Michael Gladis ... Stork Club Owner
Josh Stamberg ... Stokes
Christopher Shyer ... Richard Nixon
Miles Fisher ... Agent Garrison
Geoff Pierson ... Mitchell Palmer
Zach Grenier ... John Condon
Ken Howard ... Attorney General Harlan F. Stone
Kevin Rankin ... Alexander Berkman
Gunner Wright ... Dwight Eisenhower
Damon Herriman ... Bruno Hauptmann
Austin Basis ... Nervous Bank Teller
Sadie Calvano ... Young Niece
Ernest Harden Jr. ... James Crawford
Lea Coco ... Agent Sisk
Adam Driver ... Walter Lyle
Billy Smith ... Secret service officer
Eric Matheny ... Doctor Ferguson
Craig Zucchero ... Man At Counter
Allen Nabors ... Charles Appel
Ary Katz ... Agent Owens
Larkin Campbell ... H.R. Haldeman
Calvin Dean ... Agent Wise
Gina Ninci ... American Red Cross Nurse
Jenny Phagan ... Baker's Wife
Jennipher Foster ... Lucille Ball
Emilien De Falco ... Agent Johnson
Matthew Skomo ... Federal Agent
Dylan Burns ... Young J. Edgar Hoover
Kahil Dotay ... Elmer Irey
Michael Blumenstock ... New Jersey State Trooper
Teresa Hegji ... Anna Hauptmann
Robert Mazzola ... 1930's Courtroom Onlooker
Justin Douglas ... 1930s Courtroom Onlooker
>>CREDITS<<
Σκηνοθεσία
Clint Eastwood
Σενάριο
Dustin Lance Black
Παραγωγή
Clint Eastwood
Brian Grazer
Ron Howard
Robert Lorenz
Μουσική
Clint Eastwood
Φωτογραφία
Tom Stern
Μοντάζ
Joel Cox
Gary Roach
Casting
Fiona Weir
Σχεδιασμός Παραγωγής
James J. Murakami
Καλλιτεχνική Διεύθυνση
Greg Berry
Patrick M. Sullivan Jr.
Σκηνικά
Gary Fettis
Κοστούμια
Deborah Hopper
Βοηθός Σκηνοθέτη
David M. Bernstein
Εταιρείες Παραγωγής
Imagine Entertainment
Malpaso Productions
Wintergreen Productions
Διανομή
Village Films (Ελλάδα)
Warner Bros. Pictures
Ειδικά Εφέ
CIS Vancouver (visual effects)
Χρονολογία παραγωγής
2011
Χώρα παραγωγής
ΗΠΑ
Γλώσσα
ΑΓΓΛΙΚΑ
Εικόνα
ΕΓΧΡΩΜΗ 2.35 : 1
Είδος ταινίας
ΔΡΑΜΑ, ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ
Διάρκεια
137'
Ήχος
SDDS / DTS / Dolby Digital
Τοποθεσίες γυρισμάτων
Λος Άντζελες, Καλιφόρνια - ΗΠΑ
AKA
Hoover
Καταλληλότητα
USA:R (certificate #47075) / Malaysia:18 / Canada:G (Québec) / Canada:PG (Alberta/British Columbia/Manitoba/Ontario) / Japan:G / Ireland:12A / Sweden:11
Κόστος
$35 εκατομμύρια
Εισπράξεις
$33,6 εκατομμύρια (έως 8/12/2011)


ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
Η ταινία "Τζ. Έντγκαρ " εξερευνά τη ζωή του Χούβερ, μέσα από τη δική του οπτική. Εξερευνά την προσωπική και δημόσια ζωή και τις σχέσεις ενός ανθρώπου που θα μπορούσε να διαστρεβλώσει την αλήθεια πολύ εύκολα, παρόλο που κατά ένα τρόπο αφιέρωσε τη ζωή του στην ιδέα της - δικής του - δικαιοσύνης, συχνά επηρεαζόμενος από σκοτεινές δυνάμεις εξουσίας.
Πληροφορίες σχετικά με την παραγωγή
ΧΟΥΒΕΡ (σε μεγάλη ηλικία)
Δεν χρειάζεται να σας πω ότι αυτό που καθορίζει την κληρονομιά ενός άνδρα, δεν είναι συνήθως ορατό...
Ο Τζ. Έντγκαρ Χούβερ ήταν μία περίπλοκη και συναρπαστική φυσιογνωμία που γοήτευσε την Αμερική και του οποίου η κληρονομιά είναι ακόμη αισθητή στις αίθουσες του κτιρίου του FBI, το οποίο πήρε το όνομά του. Είχε καταλυτικό ρόλο στη σύγχρονη εγκληματολογία και δημιούργησε ένα σύστημα ομοσπονδιακών νόμων που άλλαξε την Αμερική, με ποικίλους τρόπους, οι οποίοι παραμένουν επίκαιροι ακόμα και σήμερα. Ήταν ταυτόχρονα σεβαστός, αλλά και ενέπνεε το φόβο. Εξαιτίας της διττής φύσης του χαρακτήρα του, η δημόσια και ιδιωτική του ζωή προκαλούσε φήμες και υπονοούμενα, αλλά, χάρη στην αιώνια μυστικότητά του, το ερώτημα, ποιος ήταν πραγματικά, παραμένει σε μεγάλο βαθμό αδιευκρίνιστο ακόμα και σήμερα.
Ο σκηνοθέτης Κλιντ Ίστγουντ, ο οποίος μεγάλωσε κατά τη διάρκεια της ηγεσίας του, ήταν ενθουσιασμένος που θα είχε την ευκαιρία να εξερευνήσει την προσωπικότητα του Χούβερ σε μία ταινία. «Ο Χούβερ ήταν ένας κορυφαίος αστυνομικός, ένας G-Man, όπως τον αποκαλούσαν εκείνη την εποχή, αλλά δεν γνωρίζαμε πολλά για αυτόν. Κρατούσε ένα κρυφό προφίλ. Τον είχαν δει να συναναστρέφεται με ηθοποιούς και διάσημους συγγραφείς σε κοινωνικές εκδηλώσεις, αλλά ήταν ένα αίνιγμα από πολλές απόψεις.»
Ως εκ τούτου, όταν το σενάριο για το "J. Edgar" έφτασε στο γραφείο του, ο σκηνοθέτης είπε: «Ήμουν ήδη περίεργος, ιδιαίτερα για το πώς ο σεναριογράφος, Ντάστιν Λανς Μπλακ, το είχε προσεγγίσει. Ήταν πραγματικά μια μελέτη χαρακτήρα. Μου άρεσε πολύ και η ιστορία.»
Ο πρωταγωνιστής της ταινίας, ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο, συμφωνεί. «Ο Λανς έγραψε αυτό το απίστευτο σενάριο, οπότε ήταν φυσικό να τραβήξει το ενδιαφέρον, τόσο το δικό μου, όσο και του Κλιντ. Ο Χούβερ ήταν πάντα αυτή η μυθική, συμβολική φιγούρα στην αμερικανική ιστορία, αλλά ένα μυστήριο κάλυπτε με κάποιο τρόπο τόσο την κοινωνική όσο και την προσωπική του ζωή. Φαινόταν τρομακτικό το να ασχοληθεί κάποιος με την ιστορία της ζωής του, αλλά ο Λανς το κατάφερε με ιδιαίτερα συναισθηματικό τρόπο.»
«Είναι μια ιστορία για τις σχέσεις,» λέει ο Ίστγουντ, «τη στενή αλληλεπίδραση που είχε ο Χούβερ με τον κόσμο γύρω του, και τους πιο κοντινούς του – τον Κλάιντ Τόλσον, την Έλεν Γκάντι, τη μητέρα του – τη σχέση του με τον Ρόμπερτ Κένεντι και άλλα γνωστά πολιτικά πρόσωπα, ακόμα και προέδρους. Αν επρόκειτο απλά για μία βιογραφία, δεν νομίζω ότι θα ήθελα να το κάνω. Μου αρέσει να απεικονίζει σχέσεις, μου αρέσει να διερευνώ το γιατί οι άνθρωποι κάνουν ή έκαναν κάποια πράγματα στη ζωή τους.»
Ο σκηνοθέτης, επίσης, προσδοκούσε να συνεργαστεί με τον Ντι Κάπριο για πρώτη φορά. «Ο Λεονάρντο είναι πολύ φωτεινός και του αρέσει να ενσαρκώνει ρόλους που να εξάπτουν τη φαντασία του», λέει. «Ήξερα ότι αυτός θα ήταν δύσκολος ρόλος, τόσο ψυχικά όσο και σωματικά, αλλά ήταν πολύ αφοσιωμένος, και νομίζω ότι πραγματικά αποδεικνύει το ταλέντο του.»
«Αυτός ήταν ένας από τα πιο προκλητικούς χαρακτήρες που είχα δει ποτέ σε σενάριο,» λέει ο Ντι Κάπριο για το σενάριο του Μπλακ, το οποίο αναφέρεται σε όλη την επαγγελματική ζωή του Χούβερ, αρχίζοντας με τις μπολσεβίκικες επιδρομές το 1919, όταν ο κομμουνισμός κατέφθανε σε αμερικανικό έδαφος. «Ο κομμουνισμός ήταν σχεδόν σαν ένα τρομοκρατικό κίνημα στα μάτια του Χούβερ, και τον μαχόταν, και αυτόν και άλλους που θεωρούσε εχθρούς του, σε όλη τη σταδιοδρομία του. Ο Λανς τον περιγράφει ως ένας νεαρό άνδρας και ταυτόχρονα ένα γέρο, ασκώντας κριτική στην προσωπικότητά του με κάθε δυνατό τρόπο.»
«Τελειώνοντας την ταινία ‘Milk’, ο Χούβερ ήταν μία προσωπικότητα που ήθελα πολύ να διερευνήσω,» λέει ο σεναριογράφος Ντάστιν Λανς Μπλακ. «Για μένα, αυτή η ταινία έμοιαζε να είναι το ακριβώς αντίθετο του ‘Milk’: επρόκειτο για ένα άνθρωπο με τεράστια πολιτική δύναμη, αλλά πολύ κλεισμένο στον εαυτό του, όταν επρόκειτο για την προσωπική του ζωή.»
Το έργο έφτασε στα χέρια του Μπλακ μέσω του βετεράνου παραγωγού Μπράιαν Γκρέιζερ, ο οποίος είχε συνεργαστεί με τον Ίστγουντ μία φορά ακόμα στο παρελθόν και ήταν πρόθυμος να το επαναλάβει. «Ήθελα να κάνω μια ταινία για τον Τζ. Έντγκαρ Χούβερ - όχι ένα ντοκιμαντέρ, αλλά μια πραγματική ταινία μεγάλου μήκους,» αναφέρει. «Με ενδιέφερε η εξουσία και η διαφθορά που υπήρχε στον κόσμο του, υποκινούμενη σε μεγάλο βαθμό από τον ίδιο, παρά το γεγονός ότι ήταν ένας τόσο αφοσιωμένος πατριώτης.»
Ο Μπλακ και ο Γκρέιζερ ξεκίνησαν από κάποια βασικά σημεία, και τα έβαλαν στο επίκεντρο της ταινίας, συμπεριλαμβανομένης της απαγωγής Λίντμπεργκ και του σχηματισμού του Ομοσπονδιακού Γραφείου Ερευνών. «Πραγματικά αναρωτιόμουν πώς αυτός ο άνθρωπος, ο οποίος ξεκίνησε με τις καλύτερες προθέσεις και πήγε να δημιουργήσει το FBI και να ‘ρίξει’ μερικούς από τα πιο εμβληματικούς γκάνγκστερ της χώρας, έγινε τόσο παρανοϊκός και, σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, τόσο διαβολικός,» λέει ο Γκρέιζερ.

Ο Μπλακ σημειώνει, «με βάση τις αρχικές μου έρευνες εμφανιζόταν είτε ως ήρωας για το έθνος, στον οποίο οφείλουμε τα πάντα όσον αφορά την προστασία και την ασφάλειά μας, ή ένας κακοποιός που έκανε τα πράγματα με ύπουλο τρόπο και προκαλούσε τρόμο στη χώρα. Όλα φαίνονταν τόσο ακραία. Κατάλαβα ότι η αλήθεια βρισκόταν κάπου στη μέση.»
Ο Γκρέιζερ συμφώνησε με το συμπέρασμα, και με την ιδέα του συγγραφέα να «παρουσιάσει τον ήρωα μέσα από μια εσωτερική σκοπιά, μέσα από τον ψυχισμό του ίδιου του Χούβερ, να τον αφήσει να πει την ιστορία όπως ο ίδιος τη θυμάται,» λέει ο παραγωγός.
Ο παραγωγός Ρόμπερτ Λόρενζ θεώρησε ότι το θέμα ήταν ιδιαίτερα συναρπαστικό, διότι, όπως σημειώνει ο ίδιος σχετικά: «Αυτό που οι περισσότεροι από εμάς γνωρίζαμε ήταν βασικά φήμες. Η ταινία ήταν μια ευκαιρία να μπει η προσωπικότητά του σε κάποιο πλαίσιο. Να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε ποια ήταν τα κίνητρα των ενεργειών του, χωρίς να υπεραμυνόμαστε ή να κρίνουμε αυτά που έκανε. Να δείξουμε ότι ήταν περίπλοκος άνθρωπος και όχι μονοδιάστατος.»
Μετά την ανάγνωση σχεδόν όλων όσων είχαν δημοσιευτεί για τον Χούβερ, ο Μπλακ ξεκίνησε για να εντοπίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους εν ζωή οι οποίοι τον είχαν γνωρίσει. Συμπλήρωσε την εικόνα με πληροφορίες από κάποιους που μπορεί να μην τον γνώριζαν προσωπικά, αλλά ζούσαν στην Ουάσιγκτον κατά τη διάρκεια της θητείας του, έτσι ώστε να έχει μια πλήρη εικόνα γι 'αυτόν, και την καλή και την κακή πλευρά του.
Αποδεικνύοντας το αξίωμα ότι η ιστορία τείνει να επαναλαμβάνεται, οι δημιουργοί της ταινίας βρήκαν το σενάριο του Μπλακ για τον Τζ. Έντγκαρ Χούβερ πολύ επίκαιρο, παρά το γεγονός ότι έφυγε από τη ζωή πριν από σχεδόν 40 χρόνια. «Μία από τις πτυχές του σεναρίου που ήταν πολύ ελκυστική ήταν το γεγονός ότι επρόκειτο για έναν τύπο που στην πραγματικότητα εργαζόταν για να χειραγωγήσει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, και είχε μια ευφυή ικανότητα να το κάνει αυτό,» παρατηρεί ο Λόρενζ.
«Σε αυτήν την εποχή, όταν οι άνθρωποι προσπαθούν συνεχώς να διαμορφώσουν την εικόνα τους και έρχονται αντιμέτωποι με τους ταχύτατους ρυθμούς εξέλιξης της τεχνολογίας, νομίζω ότι είναι συναρπαστικό να κοιτάξουμε πίσω στο πώς ο Χούβερ το έκανε αυτό, και πώς κατάφερε να κρατήσει τόσα πολλά πράγματα κρυφά για την προσωπική του ζωή και το έργο του. Αυτό θα ήταν δύσκολο, αν όχι αδύνατο, σήμερα, και είναι σίγουρα μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές με τις οποίες καταπιάνεται η ταινία.»
Η ταινία ξεκινά στα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν ο Χούβερ πλησιάζει στο τέλος της ζωής του και της θητείας του ως διευθυντής του FBI. Θέλοντας να διατηρήσει όλα όσα έχει χτίσει, αρχίζει να υπαγορεύει τα απομνημονεύματά του, γεγονός που τον γυρνά πίσω στο πρώτες ημέρες που ως νέος γύρω στα είκοσι του, ξεκινά να εργάζεται με αυτό που ήταν τότε απλά το Γραφείο Ερευνών. «Νομίζω ότι ενδιαφερόταν για τη θέση που θα έπαιρνε στην ιστορία,» υποθέτει ο Ίστγουντ, «αλλά ήταν μάλλον επιρρεπής σε υπερβολές. Υπάρχουν στιγμές που αποδεδειγμένα υπερέβαλλε για να παινέψει τον εαυτό του.»
«Από νωρίς στην καριέρα του, η επίλυση της υπόθεσης Λίντμπεργκ και η σύλληψη παρανόμων όπως ο Τζον Ντίλινγκερ, βοήθησε τον Χούβερ να γίνει ο G-Man στα μάτια της κοινής γνώμης,» προσθέτει ο Ντι Κάπριο. «Υπήρχαν ακόμα και κόμικς γι' αυτούς τους κακοποιούς, σε κουτιά δημητριακών. Ασκούσαν μεγάλη επιρροή στη νεολαία της Αμερικής. Ήταν όλα μέρος της διαφημιστικής του εκστρατείας, προκειμένου να παρουσιάσει την κυβέρνηση σαν μια δύναμη που βοηθά την αμερικανική οικογένειά και κρατά τα παιδιά της ασφαλή.»
Το αν ή όχι ο Χούβερ ήταν ποτέ σε θέση να αισθανθεί ότι η χώρα είναι ασφαλής ή ότι υπήρχαν θετικές αλλαγές στον ορίζοντα, είναι ένα άλλο ζήτημα.
«Νομίζω ότι ακόμα και σε μεγάλη ηλικία, ο Τζ. Έντγκαρ Χούβερ είχε τέτοια εμμονή εναντίον του κομμουνισμού, που δεν αναγνώριζε ότι τα πράγματα άλλαζαν προς το καλύτερο κατά τη διάρκεια του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων,» συνεχίζει ο ηθοποιός. «Τη θεωρούσε ως μια εξέγερση που θα μπορούσε να είναι καταστροφική. Αυτό ήταν το λάθος του. Το ότι απέτυχε να δει το πραγματικό μέλλον της χώρας μας.»
ΧΟΥΒΕΡ (σε μεγάλη ηλικία)
Αυτό που είναι κρίσιμο αυτή τη στιγμή είναι ότι αποσαφηνίζουμε τη διαφορά μεταξύ του κακοποιού και του ήρωα.
Ο Τζ. Έντγκαρ Χούβερ αφιερώθηκε στο δημόσιο καθήκον του, βάζοντας στην άκρη οποιεσδήποτε προσωπικές σχέσεις που μπορεί να ήθελε να δημιουργήσει, για κάτι που θεωρούσε ανώτερο. Ως κάποιος που υπηρέτησε την πατρίδα για να κερδίσει εξουσία, αλλά και την αποδοχή του κοινού, είδε την ευκαιρία που είχε να τα πετύχει και τα δύο, τοποθετώντας τον εαυτό του ως ανώτατο αξιωματούχο για την καταπολέμηση του εγκλήματος, ένα ήρωα του λαού.
«Ο Χούβερ ήταν εξαιρετικά φιλόδοξος ως νέος», λέει ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο, που ανέλαβε να ενσαρκώσει το χαρακτήρα από όταν ήταν 20 χρονών μέχρι τα 77 του χρόνια. «Ήθελε να πετύχει στην Ουάσιγκτον, κυρίως λόγω των προσδοκιών της μητέρας του. Ο πατέρας του δεν είχε καταφέρει να γίνει σημαντική πολιτική προσωπικότητα, και η Άνι ήθελε ο γιος της να αναδείξει το όνομα της οικογένειας χωρίς να την ενδιαφέρει τι χρειαζόταν ή ήθελε ο Έντγκαρ για τον εαυτό του. Και έτσι αυτός μετατράπηκε σε ένα ‘μαζεμένο μπουλντόγκ’ που έπρεπε να κρατήσει με νύχια και με δόντια κρυφή την προσωπική του ζωή. Όλα έπρεπε να γίνονται μυστικά.»
Με τόσο λίγα να είναι γνωστά για την προσωπική ζωή αυτού του ανθρώπου, ο Ντι Κάπριο έκανε μεγάλη έρευνα, προκειμένου να μεταφέρει τον Χούβερ στη μεγάλη οθόνη. «Ήταν μια τεράστια πρόκληση να δώσω ζωή σε αυτό το άτομο, γιατί τον περιέβαλε μεγάλο μυστήριο», λέει. «Ανακάλυψα ότι ήξερε πώς να χειραγωγεί και να είναι ταυτόχρονα πολύ γοητευτικός. Μπορούσε να γοητεύσει κάποιους σε μία αίθουσα και την ίδια στιγμή να τους εκφοβίσει. Του άρεσαν τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά επικεντρωνόταν πολύ στη δουλειά του. Η δουλειά του καθόριζε σε μεγάλο βαθμό το ποιος ήταν, τα ήθη του, τις αποφάσεις που έπαιρνε σε όλα τα επίπεδα. Διστάζω να χρησιμοποιήσω τη λέξη ιερέας για αυτόν, επειδή ο Τζ. Έντγκαρ Χούβερ δεν ήταν ιερέας, αλλά σίγουρα θεωρούσε το FBI, ως την εκκλησία του.»

«Ο Λίο είναι ο απόλυτος επαγγελματίας, έρχεται στα γυρίσματα προετοιμασμένος για όλα,» λέει ο Ίστγουντ. «Από την αρχή, θα μπορούσα να δω πως θα είναι απολύτως τυπικός. Σκεφτόταν πολύ για το τι έπρεπε να κάνει, και τον ενδιέφερε και η δική μου οπτική για τα πράγματα. Ήμουν πραγματικά εντυπωσιασμένος από την προσήλωσή του, και πιστεύω ότι αυτό μεταφέρθηκε και στο χαρακτήρα.»
Ο ηθοποιός ήταν ενθουσιασμένος που θα συνεργαζόταν με το θρυλικό σκηνοθέτη. «Η μέθοδος του Κλιντ είναι άψογη, γιατί εμπιστεύεται τα ένστικτά του. Υπάρχει μια όμορφη απλότητα στον τρόπο με τον οποίο δουλεύει. Έχει ένα όραμα, το οποίο κάνει για μένα ευκολότερο το να κάνω τη δουλειά μου. Αισθανόμουν συνεχώς την υποστήριξή του. Ήταν σαν να πηγαίνεις στο ρινγκ και να έχεις τον προπονητή σου στη γωνία να σε υποστηρίζει συνεχώς. Και νομίζω ότι η εμπιστοσύνη και η στήριξή του είναι εμφανείς στη μεγάλη οθόνη.»
Η εμπιστοσύνη ήταν ζωτικής σημασίας για τον Τζ. Έντγκαρ Χούβερ, αν και ο ίδιος εμπιστευόταν μόνο μερικά άτομα κατά τη διάρκεια της ζωής του, αυτά τα λίγα που ένιωθε ότι ήταν πραγματικά πιστά σε αυτόν. Για να σκιαγραφήσουν ένα ολοκληρωμένο πορτρέτο του ανθρώπου και να αποκαλύψουν ποιος πραγματικά ήταν, ήταν σημαντικό για τους παραγωγούς να συμπεριλάβουν αυτές τις σχέσεις – κλειδιά στη ζωή του, ξεκινώντας με το συνάδελφο και φίλο του, Κλάιντ Τόλσον.
Από την πλευρά του ο Γκρέιζερ λέει, «Η σχέση αυτών των δύο ανδρών ήταν βασισμένη στη συντροφικότητα και στη χαρά, αλλά και στη μοναξιά και την απομόνωση. Και οι δύο ήταν προϊόντα της εποχής τους.» Ο Ντι Κάπριο, λέει, «έτρωγαν μεσημεριανό γεύμα και δείπνο μαζί κάθε μέρα, πήγαιναν για διακοπές μαζί. Το αν είχαν και κάτι παραπάνω μεταξύ τους, αυτό δεν το ξέρει κανείς. Στην ταινία, η σχέση αυτή παρουσιάζεται σαν μία ανεκπλήρωτη αγάπη, αλλά παρ 'όλα αυτά μια μακροχρόνια.»
Ο ηθοποιός που ανέλαβε τον κρίσιμο ρόλο του Κλάιντ Τόλσον, ο Άρμι Χάμερ, λέει ότι, ανεξάρτητα από την προσωπική τους σχέση, «ο Κλάιντ ήταν πάντα υπάκουος στο διευθυντή του, κυριολεκτικά το δεξί χέρι του. Αυτός ήταν ακριβώς ο τρόπος που λειτουργούσε.»
«Ο Άρμι ήταν καταπληκτικός, ως Τόλσον», δηλώνει ο Γκρέιζερ. «Ήταν τόσο λαμπερός και έφερε μια πολύ λεπτή, αλλά απτή ενέργεια στο ρόλο, και είχε μία φυσικότητα στη σχέση του με τον Λίο.»
Αν και δεν υπήρχαν τόσο πολλές πληροφορίες για τον Τόλσον όπως υπήρχαν για τον Χούβερ, ο Χάμερ έψαξε πολύ για να μάθει για το χαρακτήρα του. «Προσέλαβα έναν επαγγελματία ερευνητή, και αυτός με βοήθησε να βρω ό, τι υπήρχε για τον Τόλσον, ακόμη και το βιβλίο που είχε στο γυμνάσιο,» λέει. «Σύμφωνα με ορισμένους από τους παλιούς συναδέρφους του στο FBI ήταν πολύ προσεκτικός, συχνά το πιο έξυπνο άτομο στην αίθουσα. Το παρατσούκλι του ήταν «ο άνθρωπος - υπολογιστής», επειδή είχε φωτογραφική μνήμη. Έτσι, ακόμη και πέρα από οποιαδήποτε έλξη μπορεί να είχαν μεταξύ τους, είναι εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί ο Χούβερ βασιζόταν σ' αυτόν τόσο πολύ.»
Ένας άλλος δια βίου σύμμαχος του Χούβερ, που ήξερε ότι ποτέ δεν θα τον προδώσει ήταν γραμματέας του, η Έλεν Γκάντι.
«Η Έλεν κατά κάποιο τρόπο διοικούσε τον οργανισμό,» υποστηρίζει ο Ίστγουντ. «Αν ρωτήσετε τους παλιούς, κάθε φορά που κάποιος ήθελε να μάθει κάτι, θα πήγαινε σε αυτήν. Είχε πολύ περισσότερες πληροφορίες από ό, τι οποιοσδήποτε άλλος.»
«Η αφοσίωση της Έλεν στον Έντγκαρ δεν σταμάτησε ποτέ,» λέει η Ναόμι Γουότς, η οποία την ενσαρκώνει στην ταινία. «Νομίζω ότι ήταν αρχικά εντυπωσιασμένη από αυτόν, γιατί τον έβρισκε έξυπνο και χαρισματικό, αλλά και εκείνη την ενδιέφερε πολύ η καριέρα της. Συνεργάστηκε στενά μαζί του, περισσότερο από τον καθένα, εν μέσω απίστευτων αλλαγών που γίνονταν στον κόσμο, και παρέμεινε σταθερή και έτοιμη για όλα, μέχρι τότε τέλος.»
Για την Αυστραλέζα, το να παίζει ένα βαθιά πατριωτικό αμερικανικό ρόλο σε μια ταινία για μία από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της χώρας, η εμπειρία ήταν διαφωτιστική. «Δεν ήξερα τίποτα για τον χαρακτήρα μου, και λίγα περισσότερα για το Χούβερ, όταν πήρα το ρόλο. Καθώς δεν ήμουν Αμερικάνα και δεν είχα ζήσει εκείνες τις εποχές, η εμπειρία αυτή ήταν πολύ σημαντική για μένα.»
«Η Ναόμι έκανε μια φανταστική δουλειά,» λέει ο Λόρενζ. «Ο ρόλος ήταν διακριτικός αλλά σημαντικός στην ταινία, και έδωσε ότι καλύτερο στο χαρακτήρα, βάζοντάς τον ακριβώς στη διάσταση που είχε η Έλεν Γκάντι στη ζωή του Χούβερ.»
Μια γυναίκα που δεν ήταν ικανοποιημένη να μένει στο παρασκήνιο της ζωής του γιου της, ήταν η Άνι Χούβερ. Μια αυταρχική δύναμη, που ασκούσε μεγάλη επιρροή πάνω του και υπήρξε το μέτρο της ηθικής του. Ο Χούβερ έζησε μαζί της και στρεφόταν σε αυτήν για καθοδήγηση σε κάθε στάδιο της ζωής του, μέχρι το θάνατό της.
Η σεβάσμια Τζούντι Ντεντς έφερε το χαρακτήρα στη ζωή με τέτοιο τρόπο ώστε «την ίδια στιγμή να κάνει τον κόσμο να την αγαπά και να τη φοβάται, χωρίς ποτέ να χρειαστεί να υψώσει τη φωνή της,» λέει ο Γκρέιζερ. «Ήταν πραγματικά το είδος της μητέρας που δεν θέλεις στα πόδια σου,» σχολιάζει η Ντέντς. «Ήταν πολύ δογματική και απίστευτα κτητική με τον Έντγκαρ, αν και είχε άλλα τρία παιδιά. Νομίζω ότι ήθελε όχι μόνο το καλύτερο για αυτόν, αλλά και πέρα από αυτό. Σαν τα επιτεύγματά του να είχαν μια αντανάκλαση πάνω της. Μου θύμιζε λίγο τη Λαίδη Μάκβεθ. Νομίζω ότι ήθελε να συνδέεται με τον πιο σημαντικό άνθρωπο στη χώρα. Ο Έντγκαρ δεν είχε καμία ευκαιρία μαζί της, πραγματικά.» Παρά το γεγονός ότι και οι δύο έχουν μεγάλες σταδιοδρομίες, αυτή ήταν η πρώτη ευκαιρία για τον Ίστγουντ και την Ντεντς να συνεργαστούν. Η ηθοποιός ήταν ενθουσιασμένη όταν δέχτηκε το τηλεφώνημά του. «Είναι ένας θρύλος,» λέει χαμογελώντας, «έτσι όταν μου τηλεφώνησε, η φωνή μου ανέβηκε αρκετές οκτάβες. Σκέφτηκα, «περίμενα 75 χρόνια για αυτό.»
Αυτό το συναίσθημα είχαν και οι δύο. «Η Τζούντι είναι μια καταπληκτική κυρία, ήμουν πάντα τόσο μεγάλος θαυμαστής της,» δηλώνει ο Ίστγουντ. «Ήταν η μόνη επιλογή μου για αυτόν τον ρόλο, οπότε είμαι ευτυχής που δεν με απέρριψε.»

Όπως φαίνεται στην ταινία, μία από τις πιο βασικές υποθέσεις στην καριέρα του Χούβερ - και αυτή στην οποία η μητέρα του εφαρμόζει τη μεγαλύτερη πίεση στο γιο της - θα γίνει γνωστή ως το έγκλημα του αιώνα: η απαγωγή Λίντμπεργκ. Η υπόθεση ήταν ιδιαίτερα σημαντική για το FBI, γιατί βοήθησε στο να τονιστεί η αξία του στη δημιουργία και την εφαρμογή των ομοσπονδιακών νόμων. Θέσπισε επίσης ένα πλαίσιο για τη συλλογή και τον έλεγχο ιατροδικαστικών στοιχείων από τη σκηνή του εγκλήματος, και τελικά έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ικανότητα του Χούβερ να πείσει το Κογκρέσο για την ανάγκη να συγκεντρώσει τις πληροφορίες αυτές. Εκείνη την εποχή, ο Τσαρλς Λίντμπεργκ ήταν, όπως λέει ο Χούβερ σε ένα νέο πράκτορα στην ταινία, «ο πιο διάσημος άνθρωπος στον κόσμο.». Ο Ντι Κάπριο λέει, «Ο Χούβερ – άσχετα με το πόσο πολύ ή λίγο είχε να κάνει με αυτό- χρησιμοποίησε την απαγωγή για να προωθήσει τον εαυτό του και το FBI.» Το διάσημο αεροπόρο παίζει ο Τζος Λούκας, ο οποίος, κατά σύμπτωση, έχει κάποια οικογενειακή σύνδεση με την αεροπορία.
«Άρπαξα την ευκαιρία να παίξω τον Λίντμπεργκ,» λέει ο Λούκας , «επειδή η γιαγιά μου υπηρετούσε στη WASP – Γυναικείο Σώμα στην Υπηρεσία Αεροπορίας -κατά τη διάρκεια του Β 'Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά ήταν και μία από τις πρώτες γυναίκες πιλότους στη χώρα.»
Ο Λούκας ξεκίνησε να πετά μαζί της όταν ήταν παιδί, καλλιεργώντας το πάθος του για την αεροπορία. «Διάβασα μια βιογραφία του Λίντμπεργκ περίπου 10 χρόνια πριν, και αισθάνθηκα να έχω μια πραγματική σύνδεση με την περίοδο αυτή και το χαρακτήρα, λόγω της οικογένειάς μου και του δικού μου ενδιαφέροντος στο να πετώ με αεροπλάνο – κάτι στο οποίο εκπαιδεύομαι, αργά αλλά σταθερά, κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων.»
Επίσης, στους ρόλους που συνδέονταν με την υπόθεση Λίντμπεργκ είναι ο Ντερμότ Μαλρόνεϊ ως ο συνταγματάρχης Σβάρτσκοφ της Αστυνομίας της Νέας Υόρκης, ο Στίβεν Ρουτ ως ο ειδικός Άρθρουρ Κέλερ, ο Ντένις Ο’ Χέιρ ως ο αναλυτής γραφής Άλμπερτ Όζμπορν, ο Ζακ Γκρένιερ ως ο Τζον Κόντον, ο άνθρωπος που προσέλαβε τον απαγωγέα, και ο Ντέιμον Χέριμαν ως ο Μπρούνο Χάουπτμαν, ο άνθρωπος που τελικά καταδικάστηκε για το έγκλημα.
Και καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας σε σημαντικές στιγμές στην καριέρα του Χούβερ εμφανίζονται οι Κεν Χάουαρντ, ως ο Γενικός Εισαγγελέας, Χάρλαν Φίσκ Στόουν, ο Τζέφρι Ντόνοβαν ως ο Ρόμπερτ Κένεντι, η Τζέσικα Χεκτ ως η κομμουνίστρια ακτιβίστρια Έμα Γκόλντμαν και ο Γκέοφ Πίρσον ως το πρώτο αφεντικό του Χούβερ στο FBI, Μίτσελ Πάλμερ.
Biopic on FBI director J. Edgar Hoover, focusing on his scandalous career and controversial private life as a homosexual and rumored cross dresser.
ΕΠΙΣΗΜΟ SITE :
Official Site
ΑΛΛΕΣ ΠΗΓΕΣ
IMDb

PHOTOS - POSTERS

VIDEO CLIPS, TRAILER, TEASER, SCREENING PREVIEW
Σημείωση: -- Κυκλοφορία:
11/11/2011 (ΗΠΑ, Καναδάς)
11/1/2012 (Γαλλία)
19/1/2012 (Ελλάδα)
20/1/2012 (Μεγ. Βρεττανία)
27/1/2012 (Ισπανία)
16/2/2012 (Γερμανία)

Διαφήμιση |
 |
|

|