Home myFILM
Select English    Επιλέξτε Ελληνικά
Αρχή ΝΕΑ Ταινίες Φεστιβάλ Βίντεο Φωτογραφίες DVD TV Box Office
  Εγγραφή / Σύνδεση
myFILM.gr toolbar
Σήμερα & προσεχώς
.: από 27/11/14 :.
. Ouija Πίνακας Πνευμάτων
. Τα Θαύματα
. Οι Πιγκουίνοι της Μαδαγασκάρης
. Αφεντικά Για Σκότωμα 2
. Samba
. Η Έκρηξη
. Drive Hard
. Πρόμαχος
. Palikari
. Electra (από 1/12)
.: από 4/12/14 :.
. Jimmy's Hall
. Η Επέλαση των Βίκινγκς
. Ηλίθιος και Πανηλίθιος 2
. Από Έρωτα
. Μια Ζέβρα Και Μισή
. Η Νύχτα Πριν Πέσει Το Παρίσι
. Οι Σταθμοί του Σταυρού
. Η Εξέγερση του Δεκέμβρη
.: από 11/12/14 :.
. Η Έξοδος: Θεοί και Βασιλιάδες
. Ίρβιν Γιάλομ
. Καθηγητής Με Το Ζόρι
. Κοινός Παρονομαστής
. Λευκός Θεός
. Πάντινγκτον
. Foxcatcher
. Saint Laurent Η Χρυσή Εποχή
. Ο Επιφανής Άγνωστος
.: από 18/12/14 :.
. Ψυχρά και Ανάποδα «Τραγουδιστά»
. Χόμπιτ: Η Μάχη Των Πέντε Στρατών
. Serena
. Η Πρώτη Αγάπη
. Belle
. Το Αγόρι Και Ο Κόσμος
.: από 25/12/14 :.
. Η Γκρέις του Μονακό
. John Wick
. Μια Νύχτα Στο Μουσείο: Το Μυστικό Του Φαραώ
. Αστερίξ: Η Κατοικία των Θεών (3D)
. Ο Έβδομος Γιος
. To Μονοπάτι Tου θανάτου
. Μεγάλα Μάτια

Περιοχή μελών
Εγγραφή εδώ:
Χρήστης:
Συνθηματικό:
Κωδικός Ασφαλείας: Κωδικός Ασφαλείας
Γράψτε Κωδικό Ασφαλείας (6ψήφιος αριθμός εικόνας):
Members List Μέλη:
Τελευταία: lef0's Profile lef0
Σήμερα: 0
Χθές: 1
Συνολικά: 9805

Συνδεδεμένοι:
Επισκέπτες: 269
Μέλη: 0
Σύνολο: 269

Εγγραφή


Cinema: ΚΑΙ Ο ΚΛΗΡΟΣ ΕΠΕΣΕ ΣΤΟΝ ΣΜΑΪΛΙ (TINKER, TAILOR, SOLDIER, SPY) του Τόμας Άλφρεντσον (2011)

Ημερομηνία καταχώρησης: Δευτέρα, 04 Ιούλ. 2011 @ 14:16:00 MST - Συντάκτης : Jim Papamichos

[Comments][Περισσότερα][Κριτικές][Βίντεο][Φωτό][Πόστερ][Κυκλοφορία][Στοιχεία]

Θρίλερ

ΚΑΙ Ο ΚΛΗΡΟΣ ΕΠΕΣΕ ΣΤΟΝ ΣΜΑΪΛΙ
TINKER, TAILOR, SOLDIER, SPY

του Τόμας Άλφρεντσον
με τους Γκάρι Όλντμαν, Κόλιν Φερθ, Τομ Χάρντι, Μαρκ Στρονγκ, Τζον Χαρτ, Σάϊαραν Χιντς

Υπόθεση:
Ο Τζορτζ Σμάιλι, πρώην υπάλληλος της υπηρεσίας πληροφοριών, αναλαμβάνει να ξετρυπώσει έναν “Τυφλοπόντικα” που έχει φωλιάσει στα ανώτερα κλιμάκια της βρετανικής αντικατασκοπείας και πουλάει μυστικά στη Σοβιετική Ένωση. Για να τον ανακαλύψει, ο Σμάιλι αρχίζει ένα δύσκολο σκακιστικό παιχνίδι με τον Κάρλα, τον Σοβιετικό ομόλογό του. Κινήσεις που στην αρχή φαντάζουν ασύνδετες μεταξύ τους, στο τέλος θα συγκλίνουν και θα αποκαλύψουν την ταυτότητα του “Τυφλοπόντικα”. Κι όλα αυτά σ’ έναν αμείλικτο ψυχρό πόλεμο, όπου δεν υπάρχουν καλοί και κακοί.



ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Σκηνοθέτης του φιλμ είναι ο Τόμας Άλφρεντσον που τον γνωρίσαμε στο "Let the Right One In".

Βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Τζον Λε Καρέ

Περίληψη

Η ταινία «Κι ο Κλήρος Έπεσε στον Σμάιλι» είναι η πολυαναμενόμενη κινηματογραφική μεταφορά του δημοφιλούς best-seller του Τζον Λε Καρέ. Το θρίλερ φέρει τη σκηνοθετική υπογραφή του Τομάς Άλφρεντσον (Let the Right One In), ενώ την προσαρμογή του σεναρίου πραγματοποίησε το δίδυμο Μπρίτζετ Ο’Κόνορ και Πίτερ Στρόχαν.
Βρισκόμαστε στο 1973. Ο Ψυχρός Πόλεμος συνεχίζει να φθείρει τις διεθνείς σχέσεις. Οι Μυστικές Υπηρεσίες της Βρετανίας (ή αλλιώς ΜΙ6 ή «Σέρκους»), μοχθούν να μείνουν ένα βήμα μπροστά από τις ομόλογες ξένες υπηρεσίες και να κρατήσουν τη Βρετανία ασφαλή. Ο επικεφαλής του Σέρκους, γνωστός και ως Έλεγχος (Τζον Χαρτ), παίρνει προσωπικά την απόφαση να στείλει τον αφοσιωμένο επιτελή Τζιμ Πριντό (Μαρκ Στρονγκ) στην Ουγγαρία. Όταν όμως, η αποστολή του Τζιμ θα πάρει δυσάρεστη τροπή και θα βαφτεί με αίμα, ο Έλεγχος αναγκάζεται να αποσυρθεί από το Σέρκους, μαζί με το δεξί του χέρι, τον Τζορτζ Σμάιλι (Γκάρι Όλντμαν), έναν επαγγελματία πράκτορα με οξυμένες αισθήσεις.
Αποξενωμένος από την μονίμως απούσα σύζυγό του, Άνν, ο Σμάιλι πολύ σύντομα καλείται να συναντήσει τον ανώτατο αξιωματούχο του Γουάιτχολ Όλιβερ Λέικον (Σάιμον ΜακΜπέρνι). Σκοπός της συνάντησης, είναι η μυστική επανένταξή του στην οργάνωση, καθώς υπάρχουν έντονες υποψίες και φόβοι ότι ένας διπλός πράκτορας που δουλεύει για λογαριασμό των Σοβιετικών έχει διεισδύσει βαθιά στο περιβάλλον του Σέρκους απειλώντας την ασφάλεια της Βρετανίας. Με την υποστήριξη του νεότερου πράκτορα Πίτερ Γκίγιαμ (Μπένεντικτ Κάμπερμπατς), ο Σμάιλι ελέγχει διεξοδικά τις δραστηριότητες της οργάνωσης τόσο στο παρελθόν όσο και στο παρόν. Προσπαθώντας να εντοπίσει τον «τυφλοπόντικα», ο Σμάιλι «στοιχειώνεται» από τις επαφές που είχε πριν από πολλές δεκαετίες με τον σκοτεινό Ρώσο κατάσκοπο Κάρλα.
Τα ίχνη του «τυφλοπόντικα» παραμένουν στην αφάνεια, μέχρι τη στιγμή που ο εν ενεργεία πράκτορας Ρίκι Ταρ (Τομ Χάρντι) επικοινωνεί αιφνίδια με τον Λέικον. Ενώ βρισκόταν σε μυστική αποστολή στη Τουρκία, ο Ρίκι ερωτεύτηκε μια δυστυχισμένη από το γάμο της, γυναίκα, την Ιρίνα (Σβετλάνα Κοντσένκοβα), που ισχυρίζεται ότι γνωρίζει κρίσιμες πληροφορίες. Σε ανύποπτο χρόνο, ο Σμάιλι πληροφορείται ότι ο Έλεγχος είχε περιορίσει τη λίστα των υπόπτων σε πέντε μόνο άνδρες: τον φιλόδοξο Πέρσι Αλελάιν (Τόμπι Τζόουνς), γνωστό και ως «μάστορα», τον γεμάτο αυτοπεποίθηση Μπιλ Χέιντον (Κόλιν Φερθ), γνωστό και ως «ράφτη», τον Ρόι Μπλαντ (Κιάραν Χιντς), ή αλλιώς «στρατιώτη», τον τυπικό Τόμπι Εστερχέιζ (Ντέιβιντ Ντένσικ), γνωστό και ως «κατάσκοπο» και τον ίδιο τον Σμάιλι.
Πριν ακόμα αποκαλυφθεί η αλήθεια, το τίμημα σε συναισθηματικό αλλά και σωματικό επίπεδο που θα κληθούν να πληρώσουν οι παίκτες που έχουν αναμειχθεί σε αυτό το διεθνές παιχνίδι κατασκόπων, θα κλιμακωθεί...

Λίγα λόγια από τον σκηνοθέτη

Ο Τζον Λε Καρέ ήταν πάρα πολύ σαφής ως προς το πώς ήθελε να είναι η κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματός του από την πρώτη κιόλας συνάντησή μας. Χαρακτηριστικά μου είχε πει «Σε παρακαλώ, δεν θέλω να είναι μια κατά λέξη μεταφορά του μυθιστορήματος ούτε ένα ακόμα remake της τηλεοπτικής μίνι σειράς. Και το βιβλίο και η μίνι σειρά υπάρχουν ήδη. Δεν πρόκειται να ανακατευτώ σε τίποτα, αλλά αν έχεις την οποιαδήποτε απορία, μπορείς να μου τηλεφωνήσεις ανά πάσα στιγμή.» Νομίζω ότι έκανα ακριβώς αυτό που μου είπε.
Εννοείται ότι δεν μπορείς να μεταφέρεις κάθε λεπτομέρεια ενός βιβλίου 349 σελίδων στον κινηματογράφο, αλλά μπορείς να πάρεις συγκεκριμένα θέματα, σκηνές και στιγμές από αυτό και να προσπαθήσεις να περιγράψεις αυτό που εσύ φαντάζεσαι.
Το «Κι ο Κλήρος Έπεσε στον Σμάιλι» νομίζω ότι αποτελεί μια ταινία που μιλάει για την πίστη και τα ιδανικά, αξίες πάρα πολύ σημαντικές, ίσως επειδή στις μέρες μας σπανίζουν.

-- Τομάς Άλφρεντσον
Αύγουστος 2011

Λίγα λόγια για την ταινία

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ

Δεν είναι πολλοί οι συγγραφείς που έχουν τη βαθιά γνώση του κόσμου της κατασκοπίας που χαρακτηρίζει τον Τζον Λε Καρέ, έναν συγγραφέα με περισσότερα από 20 μυθιστορήματα στο ενεργητικό του. Και η γνώση αυτή έχει προέλθει από την εμπειρία. Ο ίδιος διετέλεσε μέλος των βρετανικών MI5 και ΜΙ6, και εργάστηκε ως μυστικός πράκτορας κατά την κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου στα μέσα του 20ού αιώνα. Αυτή η εμπειρία προσδίδει στο έργο του μια απαράμιλλη αληθοφάνεια και αξιοπιστία.
Ο Τζορτζ Σμάιλι είναι ίσως ο διασημότερος ήρωας της πένας του. Τον γνωρίσαμε πρώτη φορά το 1961, όταν ο συγγραφέας δημοσίευσε το πρώτο μυθιστόρημά του, Τελευταία Κλήση (Call for the Dead), και έκτοτε τον έχουμε δει να επιστρέφει σε αρκετά από τα δημοφιλέστερα έργα του Λε Καρέ. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και το –κατά πολλούς- καλύτερο μυθιστόρημά του, Κι ο Κλήρος Έπεσε στον Σμάιλι (Tinker Tailor Soldier Spy) που δημοσιεύτηκε το 1974 και έχει αναγνωριστεί από κοινό και κριτικούς ως ένα πραγματικό αριστούργημα του κατασκοπευτικού μυθιστορήματος.
Η σκιώδης προσωπικότητα του Σμάιλι, καθώς και ο σκοτεινός κόσμος στον οποίο έζησε και εργάστηκε, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλούς άλλους συγγραφείς του είδους. Το Τείχος του Βερολίνου τελικά έπεσε και ο Ψυχρός Πόλεμος εν τέλει έληξε... Τις δύο δεκαετίες που ακολούθησαν αυτών των γεγονότων, υπήρξαν πολλοί δημιουργοί που θέλησαν να προσεγγίσουν την παράνοια και την ένταση εκείνης της εποχής με μια άλλη πιο δροσερή και αντικειμενική ματιά.
Κάπως έτσι ο σεναριογράφος Πίτερ Μόργκαν πρότεινε την κινηματογραφική μεταφορά του «Κι ο Κλήρος Έπεσε στον Σμάιλι», και ο Τιμ Μπίβαν, Διευθυντής της Working Title Films, μιας από τις κορυφαίες εταιρείες παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών παγκοσμίως, συμφώνησε. Ο Μπίβαν εξηγεί: «Είκοσι χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, ο κόσμος έχει αλλάξει πάρα πολύ. Αισθάνθηκα ότι θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να κάναμε μια ταινία για τον Ψυχρό Πόλεμο, έχοντας το πλεονέκτημα της «εκ των έσω ματιάς». Και η άποψη αυτή ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο αφότου είδα το The Lives Of Others, που απέσπασε το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσαμε να γυρίσουμε μια αγγλόφωνη ταινία για το συγκεκριμένο θέμα, αναλύοντας ποιος ήταν ο εχθρός τότε και το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής.
Όταν ο Πίτερ ανέφερε το βιβλίο, αμέσως σκέφτηκα ότι για μένα αποτελούσε το σπουδαιότερο έργο του Τζον Λε Καρέ και την απόλυτη ιστορία του Ψυχρού Πολέμου. Έτσι τον προσέγγισα εγώ ο ίδιος.
Και ο συγγραφέας όμως, ενθουσιάστηκε με την ιδέα. «Ενθουσιάστηκε,» λέει ο Μπίβαν, ο οποίος ξεκίνησε αμέσως τον σχεδιασμό παραγωγής με τον έτερο διευθυντή της Working Title, Έρικ Φέλνερ, και προσέγγιςε τον παραγωγό Ρόμπιν Σλόβο με τον οποίο είχαν ξανασυνεργαστεί στο παρελθόν.
«Το 1979 είχε προηγηθεί μια εξαιρετική βρετανική μεταφορά του μυθιστορήματος στη μικρή οθόνη, με τον Σερ Άλεκ Γκίνες στον ρόλο του Σμάιλι. Επρόκειτο για μια πραγματικά άρτια παραγωγή, συνεπώς ήταν εξαιρετικά γενναία κίνηση από πλευράς του Λε Καρέ το γεγονός ότι μας έδωσε την ευχή του. Είχε μεσολαβήσει πολύς καιρός από την παραγωγή της μίνι σειράς και ο δικός μας στόχος ήταν να φτιάξουμε μια ταινία που θα απευθυνόταν στο σύγχρονο κοινό.
Επίσης, πιστεύω ότι ο Λε Καρέ συνειδητοποίησε ότι του δινόταν μια καλή ευκαιρία να «ανοιχτεί» σε ένα εντελώς διαφορετικό και νέο κοινό, το οποίο ήταν σίγουρα νεότερο. Και πράγματι η εκτίμηση και η αναγνώριση που απολαμβάνει η δουλειά του, αυξάνεται διαρκώς.
Ο Λε Καρέ παρατηρεί σχετικά, «Κερδίζω το ψωμί μου και φτιάχνω το όνομά μου γράφοντας βιβλία. Αυτό λέει η καρδιά μου. Το μεγαλύτερο ποσοστό του κόσμου όμως, δεν διαβάζει, συνεπώς αν μπορώ να τους δώσω πρόσβαση στις ιστορίες μου μέσα από κάποιο άλλο μέσο, τότε πραγματικά χαίρομαι. Κι αν αυτό το μέσο τους εμπνεύσει τόσο ώστε να τους οδηγήσει στο να αγοράσουν το βιβλίο, τότε χαίρομαι διπλά.
Είναι σπουδαίο πράγμα να συνεργάζεσαι με δημιουργικούς ανθρώπους και να τους παρακολουθείς εκ του μακρόθεν να δουλεύουν με ένα διαφορετικό μέσο.
Η Working Titles έχει συνεργαστεί με πολλούς σπουδαίους συγγραφείς στο παρελθόν, τους οποίους, όπως υπογραμμίζει ο Μπίβαν «πάντα προσέγγιζε με τεράστιο σεβασμό. Δεν είναι λίγα τα μυθιστορήματα που έχουμε μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη.»
Όταν ο Λε Καρέ απεδέχθη την πρόταση της Working Title, επέμεινε σε ένα πράγμα: δεν ήθελε οι δημιουργοί να παραμείνουν στείρα πιστοί στο βιβλίο. Ο Μπίβαν θυμάται χαρακτηριστικά, «Είπε ότι ήθελε να γυριστεί σαν ταινία εποχής, αλλά επέμεινε να το επαναπροσδιορίσουμε.»
Ο Λε Καρέ θυμάται, «Με τον Άλεκ Γκίνες κι ένα υπέροχο καστ που απαρτιζόταν από την αφρόκρεμα του Βρετανικού Εθνικού Θεάτρου, η τηλεοπτική μεταφορά –κατά έναν περίεργο τρόπο- κατέληξε να είναι μια ιστορία αγάπης με φόντο την υπό κατάρρευση Βρετανία. Απέπνεε μια υπέροχη νοσταλγία... Ακόμα και οι πιο ποταποί, φαύλοι χαρακτήρες ήταν κατά κάποιο τρόπο αγαπητοί.
Η σημερινή κινηματογραφική μεταφορά είναι απαλλαγμένη από το συναίσθημα, είναι πιο σέξι, πιο σκληρή και πιο ωμή. Έτσι έπρεπε να είναι.
Ο συγγραφέας προσθέτει ότι ο κόσμος συνεχίζει να ταυτίζεται με την ιστορία γιατί «δεν απέχει και τόσο πολύ από την επιχειρηματική ζωή, από την καθημερινότητα του απλού ανθρώπου. Όταν έγραψα το μυθιστόρημα, πίστευα ακράδαντα ότι υπήρχε μια ολότητα, ένα σύμπαν που μπορούσα να εξερευνήσω. Το βιβλίο σίγουρα άγγιξε το θέμα της διάδρασης του πολίτη με το δημόσιο. Ο κόσμος ήθελε να δει τη ζωή του υπό το πρίσμα της συνωμοσίας και αυτό παραμένει μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς στις σχέσεις που δομεί ο άνθρωπος με τους θεσμούς που δημιουργεί.
Ήθελα να δώσω πρόσβαση στο κοινό σε έναν μυστικό κόσμο. Οι ήρωες εξακολουθούν να είναι απλοί άνθρωποι που διάγουν την προσωπική και επαγγελματική τους ζωή. Η ιστορία εστιάζει στον Σμάιλι. Επιστρέφοντας στην ενεργό δράση μετά από μια πρόωρη και ανεπιθύμητη συνταξιοδότηση, χρησιμοποιεί όλες του τις ικανότητες και γνώσεις προκειμένου να ξεσκεπάζει τον Ρώσο «τυφλοπόντικα» που τρύπωσε βαθιά στην ΜΙ6, τη Βρετανική Υπηρεσία Πληροφοριών, γνωστή στον κόσμο και ως Σέρκους.
«Η ιστορία, στον πυρήνα της, είναι ένας γρίφος,» λέει ο Μπίβαν. «Ποιος είναι ο διπλός πράκτορας; Από αυτό τον πυρήνα όμως, ξεπηδούν διάφορες παράλληλες ιστορίες που μας μεταφέρουν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Αν το απλουστεύσεις, κινδυνεύεις να υποτιμήσεις την περιπλοκότητα της ιστορίας. Αν το περιπλέξεις όμως περισσότερο, κινδυνεύεις να απομακρύνεις το κοινό. Είναι ένα παιχνίδι ισορροπίας που απαιτεί λεπτούς χειρισμούς.»
«Αυτό που παραμένει εξίσου επίκαιρο σήμερα όπως και πριν από 30 χρόνια – και θα εξακολουθήσει να είναι επίκαιρο και σε εκατό χρόνια από τώρα – είναι το πόσο εύκολα ο άνθρωπος μπορεί να προδώσει την εμπιστοσύνη του άλλου,» λέει ο Λε Καρέ. «Για μένα, αυτός ο μυστικός κόσμος αποτελούσε και μια μεταφορά του πραγματικού κόσμου στον οποίο ζούμε όλοι εμείς. Εξαπατά ο ένας τον άλλο, εξαπατούμε τον εαυτό μας. Κατασκευάζουμε ιστορίες και υποκρινόμαστε ότι ζούμε αντί να ζούμε πραγματικά.» Ο Σλόβο προσθέτει, «Επειδή ακριβώς θίγει ο θέμα της προδοσίας, της απάτης, της ειλικρίνειας και της ανεντιμότητας, η ιστορία περιγράφει πώς όλοι κοιτάμε και κρίνουμε τη ζωή των άλλων τη στιγμή που αδυνατούμε να είμαστε ειλικρινείς σε ό,τι αφορά τη δική μας ζωή. Και αυτό πιστεύω ότι είναι ένα θέμα που αγγίζει τον καθένα μας.»

ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ ΑΞΙΩΣΕΩΝ

Την εποχή που ο Τιμ Μπίβαν αναζητούσε τον σκηνοθέτη της ταινίας, δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από τον Τομάς Άλφρεντσον, έναν Σουηδό σκηνοθέτη που είχε κερδίσει την προσοχή του κινηματογραφικού συναφιού με την αριστουργηματική ταινία του, Let the Right One In. Ο Άλφρεντσον είχε πληροφορηθεί ότι η Working Title σκόπευε να γυρίσει το «Κι ο Κλήρος Έπεσε στον Σμάιλι» κι επεδίωξε να έρθει σε επαφή με την εταιρεία και να κλείσει μια συνάντηση. Ο Μπίβαν θυμάται, «Περίμενα να δω να μπαίνει από την πόρτα, ένας νεαρός μοντέρνος Σουηδός. Τελικά όμως, αντίκρισα έναν πανύψηλο άνδρα, περίπου στην ηλικία μου, ο οποίος ήταν ιδιαίτερα ήσυχος και λιγομίλητος. Όταν τον ρώτησα την άποψή του για το συγκεκριμένο υλικό μου είπε ‘Προσωπικά, πιστεύω πως όλοι οι γεροδεμένοι και μυώδεις τύποι, πηγαίνουν στον στρατό. Οι ‘σπασίκλες’ από την άλλη, γίνονται κατάσκοποι.’ Και τότε σκέφτηκα ‘να μια ενδιαφέρουσα οπτική γωνία...’»
Ο Ρόμπιν Σλόβο λέει, «Πρόκειται για μια ομάδα ανδρών που, από τη μία αποτελούν ένα σύνολο στον χώρο της δουλειάς τους και από την άλλη παραμένουν μονάδες που κουβαλούν τα δικά τους μυστικά. Όλοι είναι επιφυλακτικοί με όλους. Ουσιαστικά, σαν θεατές κατασκοπεύουμε έναν κόσμο κατασκόπων. Αυτό το θέμα, όπως καταλαβαίνετε, είναι κάτι που θα έλκυε έναν σκηνοθέτη που αρέσκεται στα ειδικά οπτικά εφέ... Το στοίχημα όμως, ήταν να αποδοθεί και το νόημα της ιστορίας.»
Ο Μπίβαν προσθέτει, «αναζητούσαμε το σκηνοθετικό όραμα ενός έμπειρου και σίγουρου δημιουργού, που θα μπορούσε να καθοδηγήσει το κοινό στη δαιδαλώδη πλοκή της ιστορίας. Ο Τομάς αρχικά έμοιαζε μάλλον απίθανος σαν υποψήφιος, αλλά όταν ο Λε Καρέ είδε το Let the Right One In, είπε ‘αυτόν πρέπει να επιλέξετε’. Η ιδιαιτερότητα που παρουσιάζουν οι ταινίες εποχής είναι ότι το μόνο πράγμα «εποχής» που πρέπει να έχουν είναι η όψη τους. Αυτό προκαλεί στον θεατή μια πιο συναισθηματική αντίδραση. Ο σκηνοθέτης πρέπει να δημιουργήσει έναν κόσμο και να ταξιδέψει σε αυτόν μαζί με το κοινό. Και αυτή ακριβώς η προσέγγιση χαρακτήρισε τη δουλειά του Τομάς στο Let The Right One In και θα χαρακτηρίσει και το Κι ο Κλήρος Έπεσε στον Σμάιλι.
Ο Σλόβο συμπληρώνει, «Ο Τομάς είναι Σουηδός και η ιστορία βρετανική, άρα αυτό και μόνο δίνει μια μεγαλύτερη αντικειμενικότητα στη θέαση του θέματος. Για τον Λε Καρέ, που στο παρελθόν είχε συνεργαστεί με τον Βραζιλιάνο σκηνοθέτη Φερνάντο Μεϊρέγες στην πολύ επιτυχημένη κινηματογραφική μεταφορά του Τhe Constant Gardener, το γεγονός ότι τη σκηνοθεσία είχε αναλάβει ένας ξένος ήταν σίγουρα κάτι θετικό. Ο συγγραφέας εξηγεί «Όπως και στο The Constant Gardener, πιστεύω πως ό,τι χάσαμε σε επίπεδο βρετανικότητας, το κερδίσαμε σε διεθνικότητα και παγκοσμιότητα. Πολλές από τις δομές της βρετανικής κοινωνίας απαντώνται σε πάρα πολλά σημεία του κόσμου. Πιστεύω ότι ο Τομάς προσδίδει μια εξαιρετική πρωτοτυπία, και μια ιδιαίτερη δυναμική στο επί της οθόνης αποτέλεσμα.»
Ο Άλφρεντσον θυμάται πολύ καλά τη μίνι σειρά του 1979, που παρακολούθησε από την σουηδική τηλεόραση. Χαρακτηριστικά αναφέρει, «όταν παιζόταν, οι δρόμοι άδειαζαν. Όλοι έμεναν στο σπίτι τους για να την παρακολουθήσουν. Η ιστορία αφορούσε σε κάτι που ενέπλεκε και επηρέαζε όλο τον κόσμο, αλλά δεν θύμιζε σε τίποτα τις ταινίες του Τζέιμς Μποντ. Είχε εντελώς διαφορετικό αέρα, πολύ καθημερινό, και αυτό την καθιστούσε πάρα πολύ ενδιαφέρουσα.»
Όταν ο σκηνοθέτης άρχισε να ερευνά την εποχή κατά την οποία διαδραματίζεται η ιστορία, το ενδιαφέρον του έγινε ακόμα πιο έντονο. Λέει χαρακτηριστικά «Αυτό που πολλοί άνθρωποι δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν είναι ότι σαν κατάσκοπος έχεις μια αποστολή. Πέραν αυτού, δεν ξέρεις τίποτε άλλο. Μπορεί η αποστολή σου να είναι να εργαστείς σε ένα κατάστημα στη Βιέννη για έναν χρόνο και να καταγράφεις ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει στο απέναντι κτίριο. Για να το κάνεις όμως αυτό, πρέπει πριν καν ξεκινήσεις την αποστολή σου να μάθεις Γερμανικά.
Αφού ολοκληρώσεις την αποστολή σου, επιστρέφεις χωρίς να ξέρεις το νόημά της. Το μόνο που ξέρεις είναι ότι υπηρέτησες την πατρίδα σου. Το μόνο που μπορείς να πεις στην οικογένεια και τους φίλους σου είναι ότι έλειπες για επαγγελματικούς λόγους. Όταν λοιπόν, ζεις έτσι για πολύ καιρό, κινδυνεύεις να κάνεις την παράνοια και το ψέμα καθημερινότητα. Και φανταστείτε τι αντίκτυπο έχει αυτό στην ηθική σου...»
Ο σκηνοθέτης επίσης, συμπληρώνει ότι ακριβώς επειδή το μυθιστόρημα του Λε Καρέ αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο στη βρετανική λογοτεχνία, ένιωσε μεγάλη ευθύνη όταν ανέλαβε το συγκεκριμένο εγχείρημα. «Είναι τρομακτικό να καταπιάνεσαι με ένα τέτοιο υλικό», παραδέχεται. «Δεν μπορείς όμως, να μείνεις στο δέος που σου προκαλεί. Αν θέλεις να κάνεις σωστή δουλειά, πρέπει να αναπτύξεις ισχυρούς δεσμούς με το ίδιο το υλικό. Κατά κάποιο τρόπο, νομίζω ότι μπορώ να καταλάβω την ψυχοσύνθεση του Τζόρτζ Σμάιλι. Όταν συνάντησα για πρώτη φορά τον Τζον Λε Καρέ, αισθάνθηκα ότι επικοινωνήσαμε απόλυτα. Ένιωσα ότι κατάλαβα απόλυτα αυτό που περίμενε από την ταινία, και εξεπλάγην από το πόσο γενναιόδωρος και ανοιχτός ήταν απέναντί μου. Όχι μόνο μοιράστηκε πληροφορίες και λεπτομέρειες μαζί μου, με παρότρυνε να μεταφέρω στην οθόνη τις εικόνες που δημιουργούνταν στο δικό του το μυαλό. Έτσι προσπάθησα να μεταφέρω τις εικόνες που σχημάτιζα όταν διάβαζα το βιβλίο και την ανθρωπιά των χαρακτήρων στη μεγάλη οθόνη.»
Ο Πίτερ Μόργκαν παραδίδοντας το προσχέδιο του σεναρίου ενημέρωσε τον Μπίβαν ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει τη συνεργασία τους. Έτσι ο παραγωγός στράφηκε στη σεναριογραφική ομάδα των Μπρίτζετ Ο’Κόνορ και Πίτερ Στρόχαν. Συνεργάστηκαν πάρα πολύ στενά με τον Τομάς για έναν χρόνο περίπου. Ο Λε Καρέ προσθέτει, «Όταν διάβασα το προσχέδιο της Μπίτζετ και του Πίτερ, αναγνώρισα μια δραματική και φιλολογική δομή που μου προκάλεσε θαυμασμό. Ήξερα ότι εγώ δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο. Και εκείνη τη στιγμή αποφάσισα να συνεργαστώ μαζί τους πάνω στη δική τους δουλειά. Πλέον δεν επρόκειτο για την ταινία που βασιζόταν πάνω σε ένα βιβλίο. Ήταν μια αυτόνομη ταινία. Τα κατάφεραν περίφημα. Για μένα, το σπουδαιότερο πράγμα που κατάφεραν οι δημιουργοί ήταν ότι έφτιαξαν μια δική τους ταινία με βάση το δικό μου μυθιστόρημα. Εγώ υπήρχα ουσιαστικά σαν «πηγή». Τίποτε περισσότερο. Ήξερα πολύ καλά το υλικό και τους προσέφερα όση πνευματική διαύγεια διέθετα.»
«Το προσχέδιό τους ήταν πολλά υποσχόμενο,» θυμάται ο Σλόβο. «Βοήθησε να επισπευθούν οι διαδικασίες, με αποτέλεσμα στο τρίτο προσχέδιο, να έχουμε ξεκινήσει ήδη την επιλογή των ηθοποιών.»
Παραμένοντας πιστή στην εποχή που γράφτηκε και εκδόθηκε το μυθιστόρημα, η ταινία τοποθετείται στο 1973 (και συνεχίζει μέχρι και το 1974). Ο Μπίβαν εξηγεί «Το σενάριο της ταινίας αντικατοπτρίζει το βιβλίο, διατηρεί όλες τις περιπλοκές και την ολότητα που διαθέτει. Ως παραγωγός, πάντα αναζητάς μια ενδιαφέρουσα ιστορία, ένα ενδιαφέρον συναίσθημα, ενδιαφέροντες ήρωες... Το σενάριο διέθετε όλα αυτά τα στοιχεία, και ουσιαστικά δεν χρειάστηκε σχεδόν καμία αλλαγή.»
Το σενάριο βρισκόταν πια στα χέρια ενός σκηνοθέτη που επρόκειτο να γυρίσει την πρώτη του αγγλόφωνη ταινία. Ο Άλφρεντσον λέει με νοσταλγία, «Η καριέρα μου είναι απρόβλεπτη. Εμφανίζονται μπροστά μου ευκαιρίες που λέω ‘νομίζω ότι αυτό πρέπει να κάνω τώρα’ και το κάνω. Αυτή η ταινία ήταν σίγουρα ένα τεράστιο βήμα για μένα. Κάνω κινηματογραφικές και τηλεοπτικές δουλειές πάνω από 30 χρόνια, συνεπώς ήταν μεγάλη αλλαγή για μένα να δουλέψω σε άλλη γλώσσα. Είχα όμως, την αμέριστη βοήθεια όλων. Ιδιαίτερα με βοήθησε η Μπρίτζετ Ο’Κόνορ, προσφέροντάς μου τη ματιά της και τη διάθεσή να με ακούσει. Επειδή δυστυχώς πέθανε λίγο μετά την έναρξη των γυρισμάτων, η ταινία είναι αφιερωμένη στη μνήμη της.» Ο Άλφρεντσον συμπληρώνει, «Δεδομένου ότι δεν με ενδιέφερε να γυρίσω την ταινία σαν ένα συνηθισμένο θρίλερ, ήταν πολύ σημαντικό το γεγονός ότι συζητούσα με την Μπρίτζετ για το πώς βλέπει εκείνη το υλικό και ότι μου έδινε τη δική της θηλυκή οπτική γωνία. Οι ήρωες έπρεπε να εκμεταλλευτούν τη θηλυκή τους πλευρά και τις θηλυκές τους ικανότητες. Χρειαζόμουν αυτή τη διαφορετική οπτική, και την είχα χάρη σε εκείνη.»
Κατά τη διάρκεια της έρευνας που έκανε, ο ΄Αλφρεντσον ενθουσιάστηκε όταν έμαθε πως στον συγκεκριμένο κόσμο υπήρχε έντονη ομοφυλοφιλία. Εκείνη την εποχή, στη Βρετανία, αυτό ήταν κάτι το καταδικασμένο, και υπήρχαν πολλοί κατάσκοποι και πράκτορες που δεν μπορούσαν να μιλήσουν ανοιχτά για τη σεξουαλικότητά τους γιατί θα γίνονταν θύματα εκβιασμού. Έτσι η Μπρίτζετ και ο Πίτερ κατάφεραν να πλέξουν αυτή την πληροφορία στην προσαρμογή του σεναρίου.
Για τον σκηνοθέτη, η ιστορία πραγματεύεται τα αιώνια και δραματικά θέματα της φιλίας, της προδοσίας, της αφοσίωσης και της πίστης. «Τώρα που έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τον Ψυχρό Πόλεμο, μπορούμε να κοιτάξουμε με πιο καθαρό βλέμμα πίσω και να αναρωτηθούμε... Οι κακοί ήταν πράγματι κακοί; Πρέπει να μάθουμε αυτό το κομμάτι της ιστορίας, και κυρίως όλα αυτά που αντηχούν μέχρι σήμερα.»
Ο Άλφρεντσον λέει, «Υπάρχει επίσης και το στοιχείο του ‘ξέρω κάτι που εσύ δεν ξέρεις’. Αν το πεις αυτό, ή αν το υπαινιχθείς, τότε σίγουρα θα κεντρίσεις την προσοχή του άλλου και θα μπεις μέσα στο μυαλό του.»

ΟΝΤΑΣ Ο ΣΜΑΪΛΙ

Ενώ ο Τζον Λε Καρέ επέμενε ανέκαθεν ότι ο κόσμος των κατασκόπων που δημιούργησε απέχει πολύ από εκείνον στον οποίο έζησε, τα βιώματά του βγαίνουν ιδιαίτερα έντονα στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων των ηρώων του. Και στην περίπτωση του Τζορτζ Σμάιλι, ομολογουμένως τον βοήθησαν να σφυρηλατήσει έναν πολύπλευρο και με ιδιαίτερη λεπτομέρεια χαρακτήρα.
Παρά το γεγονός ότι ο εκλιπών Σερ Άλεκ Γκίνες έχει συνδεθεί με τον συγκεκριμένο ρόλο, ο Λε Καρέ μας θυμίζει ότι υπήρχαν και πολλοί άλλοι Τζορτζ Σμάιλι. «Τον ενσάρκωσε ο Τζέιμς Μέισον,» αποκαλύπτει ο συγγραφέας. Ο χαρακτήρας όμως, μετονομάστηκε για τις ανάγκες του The Deadly Affair, που αποτέλεσε την κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος Η Τελευταία Κλήση, to 1967. Εκτός από τον Γκίνες, τον Σμάιλι ενσάρκωσαν πολλοί σπουδαίοι ηθοποιοί όπως ο Ντένχολμ Έλιοτ, και σε cameo εμφανίσεις o Ρούπερτ Ντέιβις και ο Άρθουρ Λόου. Στο ραδιόφωνο, τον υποδύθηκαν ο Σάιμον Ράσελ Μπιλ, ο Τζορτζ Κόουλ, ο Μπέρναρντ Χέπτον και ο Πίτερ Βόγκαν. Για την κινηματογραφική ταινία Κι ο Κλήρος Έπεσε στον Σμάιλι, το δύσκολο έργο να ενσαρκώσει τον θρυλικό κατάσκοπο ανέλαβε ο Γκάρι Όλντμαν.
Ο Τιμ Μπίβαν θεωρεί τον Σμάιλι ως έναν ήσυχο άνθρωπο που εξαφανίζεται όταν μπαίνει σε έναν χώρο, αφομοιώνεται από το τοπίο και παρακολουθεί τα όσα συμβαίνουν με ιδιαίτερη προσοχή. Είναι σκληροπυρηνικός άνθρωπος, αλλά δεν χρειάζεται να κυνηγήσει ή να πυροβολήσει κάποιον για να περάσει την άποψή του. Ο Τομάς Άλφρεντσον θυμάται ότι η περιγραφή του Σμάιλι ήταν «ο τέλειος κατάσκοπος». «Είναι κάποιος που αν τον έβλεπες στον δρόμο, θα τον ξεχνούσες την ίδια στιγμή. Δεν εκφράζει ποτέ τίποτα, δεν προδίδει ποτέ το τι σκέφτεται. Κάνει ερωτήσεις και παίρνει απαντήσεις. Μπορεί λοιπόν κανείς να σκεφτεί ότι δεν είναι και πολύ κινηματογραφικός χαρακτήρας... Κι όμως είναι!»
Ο Μπίβαν τονίζει ότι για να αποδειχθεί αυτό, χρειάζονταν έναν ηθοποιό ο οποίος θα σε καθήλωνε ακόμα κι αν δεν έκανε τίποτα. Ο παραγωγός λέει χαρακτηριστικά, «Ο Γκάρι Όλντμαν μπορεί καθαρίζοντας τα γυαλιά του να σε εντυπωσιάσει εξίσου με κάποιον άλλο που επιτίθεται. Είναι ίσως ο καλύτερος της γενιάς του και χαίρει του σεβασμού των συναδέλφων του.»
Ο Άλφρεντσον προσθέτει, «Όταν μου είπαν ότι σκέφτονταν τον Γκάρι για τον ρόλο, ενθουσιάστηκα! Ο άνθρωπος στην καριέρα του έχει ενσαρκώσει απίστευτα πολλούς διαφορετικούς ρόλους. Έχει την ποιότητα του μεγάλου σταρ, αλλά είναι εξαιρετικός χαμαιλέοντας. Δεν έχει τη φωνή που θα αναγνώριζες και με κλειστά μάτια. Ακόμα και με την πιο αμυδρή έκφραση, καταφέρνει να σκιαγραφήσει κι ένα διαφορετικό κομμάτι της ψυχοσύνθεσης του Σμάιλι. Όταν απλά υψώνει έστω και λίγο τη φωνή του, η εντύπωση που προκαλεί είναι απίστευτη. Σαν ηθοποιός επιλέγει να δουλεύει με ταπεινότητα και χωρίς προφανή τρόπο. Και αυτό είναι υπέροχο να το βλέπεις.»
Ο Λε Καρέ, που θεωρούσε τον Γκίνες ως έναν εξαιρετικά στενό του φίλο λέει, «ομολογώ ότι με τον Άλεκ ταυτιζόμουν. Ταυτίζομαι όμως και με τον Γκάρι, αλλά με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Και οι δύο για μένα αποτελούν ιερά τέρατα στον τομέα τους. Αυτό που σου περνάει ο Γκάρι είναι ότι ως ηθοποιός έχει εξαιρετικό αυτοέλεγχο. Καταφέρνει να πάει τον εαυτό του εκεί που ο ίδιος θέλει. Με τον Γκάρι καταφέρνεις να βιώσεις τον πόνο που νιώθει ο Σμάιλι, να μοιραστείς τον κίνδυνο που αντιμετωπίζει, τον κίνδυνο του να είναι αυτός που είναι. Η προσέγγισή του είναι πολύ πιο ακριβής. Είναι ένας πιο σκληρός Σμάιλι. Καταφέρνει να σου περάσει τη μοναξιά του και να σου μεταδώσει την ωμότητά του. Η ερμηνεία του με συγκλονίζει.»
Ο Όλντμαν λέει, «Ήταν μεγάλη τιμή για μένα το γεγονός ότι μου πρότειναν να συμμετέχω στην ταινία, πολλώ δε μάλλον που μου πρότειναν τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο Σμάιλι ξεπηδά από τις προσωπικές εμπειρίες του Τζον Λε Καρέ όπως και όλοι οι υπέροχα περίπλοκοι χαρακτήρες του. Η Βρετανία έχει μεγάλη παράδοση στον χώρο της Αντικατασκοπίας, και η προσωπική μου άποψη είναι ότι είναι και πολύ καλή. Το θέμα είναι ότι ανέκαθεν μας έδιναν μια πιο ρομαντική οπτική και ο Λε Καρέ έδειξε την πραγματικότητα. Ελπίζω η ταινία αυτή να ενθαρρύνει τον κόσμο να ανακαλύψει τα μυθιστορήματά του.»
«Ο Τζορτζ Σμάιλι είναι ένας υπέροχος χαρακτήρας και ένας υπέροχος ρόλος για έναν ηθοποιό. Είναι ταυτόχρονα πολλά πράγματα. Έχει λεπτούς τρόπους, είναι ευφυής και πονηρός. Είναι δεινός γνώστης της κατασκοπίας και ξέρει να χειραγωγεί την γραφειοκρατία με τέτοιο τρόπο ώστε να εξυπηρετεί τους σκοπούς του. Ο Σμάιλι έχει απίστευτη μνήμη. Δεν του ξεφεύγει τίποτα. Έχει την ικανότητα να εντοπίζει τις αδυναμίες και τα ευάλωτα σημεία της ανθρώπινης φύσης. Έχει πολύ βαθιά ηθική και μπορεί να αναγνωρίσει αλλά και να καταλάβει στη σκοτεινή, ανήθικη και φαύλη πλευρά αυτού που κάνει.»
Όπως και στο μυθιστόρημα, ο Σμάιλι του Όλντμαν στοιχειώνεται από μια βουβή μελαγχολία, που οφείλεται όχι μόνο στη δουλειά του αλλά και στην προσωπική του ζωή. Ο Όλντμαν λέει χαρακτηριστικά «Μια κριτική που διάβασα για το μυθιστόρημα – στο The Spectator νομίζω – έλεγε ότι ο Σμάιλι είναι εξαιρετικός κατάσκοπος, αλλά μισός άνθρωπος. Ο Λε Καρέ περιγράφει τον Σμάιλι ως έναν μάλλον κοντό άνδρα, όχι ιδιαίτερα γοητευτικό και υπέρβαρο... Όταν τον συνάντησα μου είπε «Πλέον είναι δικός σου. Κάν’τον όπως θέλεις.»
Μετά από συζητήσεις επί συζητήσεων με τον συγγραφέα, ο Όλντμαν παραδέχεται ότι «πήρα αρκετά πράγματα βλέποντας τον ίδιο τον Λε Καρέ. Νομίζω ότι και ο Άλεκ Γκίνες το έκανε αυτό! Επίσης, έφαγα αρκετά και πήρα λίγο βάρος...»
Μετά την πρώτη τους σύντομη συνάντηση με τον Άλφρεντσον για να συγκρίνουν τις σημειώσεις τους σε επίπεδο χαρακτήρα, ο Όλντμαν επεδίωξε να συναντηθούν πολλές φορές πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα. Ο σκηνοθέτης λέει, «συζητούσαμε για τη μορφή του Σμάιλι, για το αν θα φορούσε ρολόι ή όχι. Αποφασίσαμε ότι δεν φοράει μανικετόκουμπα γιατί αυτό θα σήμαινε κάτι.»
Προκειμένου να μεταμορφωθεί σε Σμάιλι, ο Όλντμαν ξεκίνησε από την κορυφή. Για να μην φορέσει περούκα, έκανε ντεκαπάζ στα μαλλιά του και γκρίζες ανταύγειες.
Ο Όλντμαν, ο Άλφρεντσον και η ενδυματολόγος Τζάκλιν Ντουράν συζήτησαν πολλές ώρες μέχρι να καταλήξουν ποιος θα ήταν ο κατάλληλος σκελετός γυαλιών για τον Σμάιλι. Τελικά, όπως θυμάται η Ντουράν «Ο Γκάρι πήγε και βρήκε ένα συγκεκριμένο ζευγάρι γυαλιά και μας το έφερε. Ο Τομάς το λάτρεψε κι έτσι καταλήξαμε. Βέβαια, φτιάξαμε κι ένα ακριβές αντίγραφό τους σε περίπτωση που καταστρέφονταν.»
Ο Άλφρεντσον λέει «Ο Γκάρι είναι πολύ ανοιχτός στις νέες ιδέες αλλά στη δουλειά εμπιστεύεται κυρίως το ένστικτό του. Αν κάτι νιώσει ότι δεν είναι σωστό, θα σου το πει. Είναι πάντα προετοιμασμένος. Σου έδινε πάντα την εντύπωση ότι ‘χανόταν’ μέσα στον ρόλο και αυτό ήταν συναρπαστικό να το βλέπεις.»
Ο Μπένεντικτ Κάμπερμπατς, που πρωταγωνιστεί δίπλα στον Όλντμαν στον ρόλο του Πίτερ Γκίγιακ, θεωρεί ότι ήταν απίστευτη βοήθεια για το υπόλοιπο καστ. «Δεν κάνει τίποτα το πομπώδες», λέει ο ηθοποιός. «Υπάρχει μια σκηνή όμως, όπου ο Σμάιλι θυμάται μια παλιά τους συνάντηση. Ήταν τόσο καλή η ερμηνεία του, που δυσκολεύτηκα να κρατηθώ στον ρόλο. Πραγματικά με εντυπωσίασε! Ο Γκάρι μεταμορφώθηκε κυριολεκτικά σε Σμάιλι.» Ο Όλντμαν λέει, «έχω ενσαρκώσει πολλούς εξωστρεφείς χαρακτήρες, συνεπώς για μένα ήταν πραγματικά απολαυστικό να ενσαρκώνω έναν τόσο στατικό και σιωπηλό χαρακτήρα. Ο Σμάιλι δεν είναι άνθρωπος που εκδηλώνεται. Είναι ένα πιόνι σε μια παρτίδα σκάκι, όπου όλοι παρατηρούν τις κινήσεις των άλλων.

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΟΣ

Ο Γκάρι Όλντμαν αποκαλύπτει «Ο πρωτότυπος τίτλος του μυθιστορήματος προέρχεται από ένα παιδικό τραγουδάκι: «γανωτής, ράφτης, στρατιώτης, ναύτης, πλούσιος, φτωχός, ζητιάνος, κλέφτης». Κάποιες από αυτές τις ιδιότητες αναφέρονται ως κωδικοί για τους ύποπτους. Σχεδόν όλοι και όλα έχουν ένα κωδικό όνομα.»
Η Μπρίτζετ Ο’Κόνορ και ο Πίτερ Στόχαν διατήρησαν αρκετούς από τους κωδικούς που χρησιμοποίησε ο Τζον Λε Καρέ στο μυθιστόρημά του. Για να μνημονεύσουμε απλά δύο, στην ταινία απαντώνται οι «Μητέρες» και οι «κυνηγοί σκαλπ».
Η επιλογή του καστ που θα πλαισίωνε τον Όλντμαν δεν ήταν δύσκολη υπόθεση, λέει ο Ρόμπιν Σλόβο. «Είχαμε ένα καταπληκτικό σενάριο, που βασιζόταν σε ένα θρυλικό μυθιστόρημα και είχαμε ήδη κλείσει έναν καταπληκτικό ηθοποιό για τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Για όλους τους υπόλοιπους ρόλους, κλείσαμε τους ηθοποιούς που είχαμε εξαρχής υπόψη μας.»
Ο Τομάς Άλφρεντσον προσθέτει, «Χρειαζόμασταν δυνατούς ηθοποιούς που θα μπορούσαν να ισορροπήσουν μεταξύ τους. Πιστεύω ότι το καταφέραμε. Όταν βλέπεις όλους αυτούς τους τρομερούς ηθοποιούς στο γραφείο συνεδριάσεων του Σέρκους, νιώθεις πολύ μεγάλη ευλογία σαν σκηνοθέτης.»
Ο Τιμ Μπίβαν υπογραμμίζει «Καταφέραμε να κλείσουμε αυτούς τους ηθοποιούς ίσως επειδή δεν υπάρχουν τόσο συχνά τέτοιοι κινηματογραφικοί ρόλοι πια. Οι ηθοποιοί ήθελαν τους συγκεκριμένους ρόλους.»
Επικεφαλής του Σέρκους είναι ο φίλος και μέντορας του Σμάιλι, γνωστός ως Έλεγχος, τον οποίο κλήθηκε να ενσαρκώσει ο δύο φορές υποψήφιος για Όσκαρ, Τζον Χαρτ. Ο Όλντμαν λέει, «Θαυμάζω τη δουλειά του Τζον πολύ πριν γίνω ηθοποιός και απόλαυσα κάθε στιγμή που πέρασα κοντά του.»
Ο Χαρτ σχολιάζει «Ο Έλεγχος δεν είναι ο τεράστιος ρόλος. Για την ακρίβεια, θα έλεγα ότι είναι ο συντομότερος πρωταγωνιστικός ρόλος που έχω ενσαρκώσει ποτέ. Είναι όμως, πρωταγωνιστικός γιατί είναι κεντρικός σε επίπεδο προσώπων και σε επίπεδο πληροφοριών. Αυτός έχει καταλήξει στο ποιοι είναι οι ύποπτοι «τυφλοπόντικες» και αυτές οι γνώσεις ουσιαστικά συντροφεύουν τον Σμάιλι μέχρι το τέλος της ταινίας.»
«Από τη στιγμή που ο Έλεγχος αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει ένας «τυφλοπόντικας» στα υψηλά κλιμάκια της ΜΙ6, καταλαμβάνεται από ένταση και αγωνία, γιατί τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλεια των επί χρόνια συνεργατών του και της δουλειάς μιας ολόκληρης ζωής. Η στενή φιλική σχέση που έχει αναπτύξει ο Έλεγχος με τον Σμάιλι, δεν τον εμποδίζει να τον συγκαταλέξει μεταξύ των υπόπτων. Πρώτο και καλύτερο όμως – και ακολουθώντας το τραγουδάκι που αναφέραμε πιο πάνω – για τον Έλεγχο, ο «γανωτής» είναι ο Πέρσι Αλελάιν.
Ο Πέρσι καταφέρνει να κερδίσει τον έλεγχο του Σέρκους από τον Έλεγχο, λόγω μιας αποστολής – της οποίας ο τριπλός αντίχτυπος αποκαλύπτεται σταδιακά κατά την εξέλιξη της πλοκής. Ο Τόμπι Τζόουνς, που ενσαρκώνει τον Πέρσι, λέει ότι ο χαρακτήρας του «είναι μέχρι ενός σημείου το όχημα της αλλαγής, υπό την έννοια ότι προσωπική του φιλοδοξία είναι να αλλάξει τον τρόπο οργάνωσης του Σέρκους.» Κάθε χαρακτήρας όμως, σε αυτή την ταινία είναι πιθανός θύτης και θύμα. Έτσι όπως λέει ο Πέρσι, «ναι μεν ο ρόλος μου πιέζει τις εξελίξεις, αλλά δέχεται και ο ίδιος πιέσεις.»
«Ο Πέρσι στερείται σεβασμού για τον τρόπο που γίνονταν τα πράγματα μέχρι εκείνη τη στιγμή στο Σέρκους. Είναι το επικίνδυνο μεταρρυθμιστικό πνεύμα που μπορεί να χειραγωγηθεί και να ελεγχθεί από κάποιον που έχει δόλιους σκοπούς. Η αχίλλειος πτέρνα του είναι η επιθυμία του για εξουσία, και είναι ακριβώς η αδυναμία που ο άλλος μπορεί να εκμεταλλευτεί.»
Η αλλαγή στην κορυφή του Σέρκους που συντελείται στις αρχές της ιστορίας, ωφελεί τον Μπιλ Χέιντον, που ενσαρκώνει ο βραβευμένος με Όσκαρ Κόλιν Φερθ. Δεδομένου ότι ο Χέιντον είναι ο πιο «καλοβαλμένος» των υψηλά ιστάμενων του Σέρκους, έχει κερδίσει το κωδικό όνομα «ράφτης».
Ο Φερθ σχολιάζει, «Ο Χέιντον έχει καταφέρει να συγκεντρώσει αρκετή δύναμη δεδομένου ότι έχει επαφές με ξένους συνδέσμους. Πολλά από τα νεότερα μέλη της οργάνωσης τον θαυμάζουν και τον θεωρούν ήρωα. Προσπαθούν να του μοιάσουν... Σαν ένας σύγχρονος ιππότης, για παράδειγμα, μπαίνει με το ποδήλατο του μέσα στο γραφείο. Αυτό ουσιαστικά αποκαλύπτει την αυτοπεποίθηση και το πάθος με το οποίο δουλεύει... Όλοι όμως, οι χαρακτήρες είναι εξαιρετικά μοναχικοί. Θυμάμαι κάποια κριτική που άστοχα είχε χαρακτηρίσει το έργο του Λε Καρέ ως «παιδιάστικο υλικό χωρίς κανένα συναίσθημα». Νομίζω ότι αυτός ο χαρακτηρισμός απέχει πολύ από την αλήθεια. Όλοι οι ήρωες είναι πολύ καλά εκπαιδευμένοι, αλλά ο ιδεαλισμός τους έχει πληγεί ανεπανόρθωτα. Όλοι τους, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είναι ευαίσθητοι και ευάλωτοι, αλλά δεν μπορούν να δεθούν με κανέναν. Και ακόμα κι αν το προσπαθήσουν, τότε αυτό που τους περιμένει είναι η προδοσία. Μέσα σε όλα αυτά που ζουν, δεν έχουν την πολυτέλεια να ενδώσουν στα συναισθήματά τους.»
Ο Ρόι Μπλαντ, που ενσαρκώνεται από τον Κιάραν Χιντς, έχει πάρει το κωδικό όνομα «στρατιώτης».
Ο Χιντς πιστεύει ότι «Ο Ρόι ανήκει σε μια ομάδα που διαβλέπει κάποια ευκαιρία, όταν ανατρέπεται από την εξουσία ο Έλεγχος. Με τον Έλεγχο εκτός παιχνιδιού, ο Ρόι μπορεί να κάνει την κίνησή του και να κυνηγήσει πιο επιθετικά τα ιδανικά του. Είναι μεν ευθύς, αλλά είναι και πολύ καλός στο παιχνίδι. Οι συνάδελφοί του δεν είναι αριστοκράτες. Θα έλεγα ότι είναι μάλλον μεσοαστοί ή ανήκουν στην ανώτερη αστική τάξη. Ο Ρόι προέρχεται από μια εργατική οικογένεια. Είναι διαβασμένος και κατάφερε να μπει στο πανεπιστήμιο. Για μένα είναι ένας άνθρωπος που οι ριζοσπαστικές και αριστερίζουσες ιδέες του πατέρα του, έχουν θέσει τις βάσεις για τη διαδρομή του. Χάρη σε αυτό, έχει καταφέρει να αναπτύσσει σχέσεις με το Ανατολικό Μπλοκ.»
Από τις ιδιότητες του παιδικού τραγουδιού, πολλές είναι αυτές που ο Έλεγχος αφήνει έξω από το παιχνίδι για δύο λόγους: Πρώτον, για να αποφύγει τη σύγχυση και δεύτερον επειδή οι ύποπτοι δεν είναι και τόσο πολλοί. Ο Όλντμαν λέει χαρακτηριστικά, «Όταν ο Σμάιλι ανακαλύπτει ότι συγκαταλέγεται και ο ίδιος στους υπόπτους, νομίζω ότι θαυμασμός που θρέφει ούτως ή άλλως για τον Έλεγχο, κορυφώνεται!»
Ο χαρακτηρισμός «φτωχός» αποδίδεται στον Τόμπι Εστερχέιζ, στον ρόλο του οποίου συναντάμε τον Ντέιβιντ Ντένσικ. «Ο Τόμπι συμμαχεί με τον Πέρσι Αλελάιν, γιατί ξέρει ότι ο Πέρσι θα αναλάβει την εξουσία τώρα που ο Έλεγχος έχει φύγει από τη μέση. Ο Εστερχέιζ θέλει αυτό που είναι καλύτερο για τον ίδιο. Μιλάει πολλές γλώσσες, ήρθε από την Ουγγαρία και θέλει απεγνωσμένα να ενταχθεί στη βρετανική κοινωνία. Στο Σέρκους ο καθένας κρατάει τις πληροφορίες για τον εαυτό του, ή τις μοιράζεται με συγκεκριμένους συναδέλφους του κι όχι με όλους. Ο Εστερχέιζ συμπαθεί και σέβεται τον Σμάιλι, γιατί σε αυτόν χρωστάει ως ένα βαθμό το πού βρίσκεται σήμερα.»
Κι ενώ ο Εστερχέιζ προσβλέπει στο μέλλον του Σέρκους, η Κόνι Σακς μένει προσκολλημένη στο παρελθόν του. Η πρώην Βασίλισσα της Έρευνας, είναι ένα από τα λιγοστά πρόσωπα που εμπιστεύεται ο Σμάιλι, ακόμα και τώρα που έχει φύγει διά παντός από τον κόσμο της κατασκοπίας.
Η Κάθι Μπερκ, που ενσαρκώνει την Κόνι, ξεκαθαρίζει το τοπίο λέγοντας «Εξακολουθεί να είναι οξύνους. Δεν της ξεφεύγει τίποτα και εξακολουθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή να ξέρει πολύ καλά τι σκαρώνουν οι Σοβιετικοί. Είναι πολύ δεμένη με τον Σμάιλι, γιατί τον θεωρεί πάρα πολύ έξυπνο και πιστό. Ανέκαθεν την αντιμετώπιζε ως ίση.»
«Όταν μαθαίνει ότι ο Έλεγχος έχει βγει από το πλάνο, καταρρακώνεται γιατί ξέρει πολύ καλά ότι αυτό σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής. Θυμάται ακόμα την εποχή που όλοι ήταν μια ομάδα, και δεν υπήρχε ο φόβος ότι κάποιος ανάμεσά τους ήταν διπλός πράκτορας. Θέλει να θυμάται τους πάντες όπως τότε, και νομίζω ότι κάποια στιγμή ήταν και ερωτευμένη με κάποιο συνάδελφό της.»
Η Κόνι, για πολλούς από αυτούς που έχουν διαβάσει το μυθιστόρημα του Λε Καρέ, είναι η αγαπημένη τους ηρωίδα. Κι ενώ η ερμηνεία της Μπερκ αντηχεί την ηρωίδα του μυθιστορήματος, ένας άλλος χαρακτήρας έχει αλλάξει αρκετά. Ο Τζέρι Γουέστερμπι του μυθιστορήματος, είναι απόφοιτος της Οξφόρδης. Ο Τζέρι της ταινίας όμως δεν είναι.
Ο Στίβεν Γκράχαμ, που ενσαρκώνει τον Τζέρι, εξηγεί «Ο Χαρακτήρας σε αυτή την κινηματογραφική απόδοση προέρχεται από μια εργατική τάξη. Αυτό έγινε για να δείξουμε ότι υπήρχαν άνθρωποι διαφορετικής καταγωγής μέσα στις Μυστικές Υπηρεσίες. Ο Τζέρι ήταν έξυπνος και ευφυής, γι’αυτό και εντάχθηκε από νωρίς στην ΜΙ6!
Ως ο αξιωματικός βάρδιας στα γραφεία του Σέρκους τη νύχτα που ‘ναυάγησε’ η αποστολή, ο Τζέρι αποτελεί βασικό κομμάτι της ιστορίας, δεδομένου ότι αυτός λαμβάνει το τηλεφώνημα που πυροδοτεί την αλυσιδωτή εξέλιξη των γεγονότων, η οποία θα οδηγήσει στην απομάκρυνση του Ελέγχου και του Σμάιλι από την υπηρεσία.
Όταν ο Σμάιλι επανέρχεται στην Υπηρεσία και αναλαμβάνει την αποστολή να αποκαλύψει ποιος είναι ο «τυφλοπόντικας», στρέφεται στον Πίτερ Γκίγιαμ για βοήθεια. Ο Μπένεκτικτ Κάμπερμπατς ενσαρκώνει τον νεαρό αξιωματικό, ο οποίος θεωρεί την Υπηρεσία σπίτι του. Ο Γκίγιαμ έχει μια πολύ ιδεαλιστική άποψη για τον σκοπό που υπηρετούν. Για εκείνον είναι ξεκάθαρο. Οφείλουν να πολεμήσουν του Ρώσους. Αυτό ακριβώς του δίνει μια αίσθηση βεβαιότητας μέσα στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα αβεβαιότητας. Κι εκείνος όμως, έχει κάνει τις θυσίες του όπως όλοι.
«Ο Γκίγιαμ ασκεί μια ιδιαίτερη γοητεία στη γραφειοκρατία του Σέρκους. Ο θεατής βλέπει ότι ο Γκίγιαμ είναι ένας εύστροφος άνθρωπος, πραγματιστής και εξαιρετικά αποτελεσματικός. Μάλιστα ο ίδιος ο Λε Καρέ τον χαρακτηρίζει και ως «ανελέητα ευγενικό». Η ακρίβειά του είναι κάτι που ενθουσιάζει τον Σμάιλι και τον οδηγεί να τον εμπιστευτεί και να αναπτύξει στενούς δεσμούς μαζί του.»
Παρά τη νιότη του σε σύγκριση με τους υπόλοιπους του Σέρκους, ο Γκίγιαμ έχει αναλάβει την επίβλεψη των κυνηγών σκαλπ, ενός τμήματος που όπως λέει και ο ηθοποιός «κάνει ενός άλλου είδους κατασκοπία. Οι κυνηγοί σκαλπ ήταν άνθρωποι που διείσδυαν σε ξένα κλιμάκια με πλαστές ταυτότητες για αποστολές που συνίσταντο σε δολοφονίες, συλλογή πληροφοριών ή ακόμα και ομηρίας».
Ο Γκίγιαμ ανέλαβε την υψηλή επιστασία του τμήματος εν μία νυκτί, αμέσως μετά την αποτυχημένη αποστολή στην Ουγγαρία που οδήγησε στην απομάκρυνση του Ελέγχου. Ο πράκτορας Τζιμ Πριντό, που ήταν επικεφαλής των κυνηγών σκαλπ, μόλις που κατάφερε να επιζήσει και πλέον ζει με νέα ταυτότητα ως δάσκαλος.
«Κανείς δεν στενοχωρήθηκε όταν τον έδιωξαν από την Υπηρεσία,» λέει ο Μαρκ Στρονγκ για τον χαρακτήρα που υποδύεται. «Δεν είναι ότι δεν τον συμπαθούσαν. Νομίζω ότι είχε να κάνει περισσότερο με το αίσθημα αυτοσυντήρησης που αναγκάζεσαι να αναπτύξεις – είτε είσαι στον στρατό είτε στην Αντικατασκοπία – για να αντέξεις τον χαμό ενός φίλου ή συνεργάτη σου. Απλά παύεις να αναφέρεσαι σε αυτόν, επειδή σου είναι πολύ δύσκολο.»
«Ο Τζιμ θρέφει βαθύ το αίσθημα του καθήκοντος απέναντι στην πατρίδα του. Θα έκανε ό,τι του ζητούσαν και θα επέστρεφε στο Σέρκους μέχρι να τον στείλουν στην επόμενη αποστολή. Ως κυνηγός σκαλπ, έπρεπε να υιοθετήσει πολλές διαφορετικές ταυτότητες στις μυστικές του αποστολές – και να έχει πάντα και μία εφεδρική λύση σε περίπτωση που κάτι δεν πήγαινε καλά. Είναι ένας άνθρωπος που δέχεται το καθήκον, αλλά συναισθηματικά νομίζω ότι τον έχει καταβάλλει.»
Ο Μπίβαν προσθέτει «νιώθω ότι όλοι οι ήρωες τελικά καταλήγουν να αναρωτιούνται ποιοι είναι πραγματικά. Αυτό όμως που βλέπουμε με τον Τζιμ Πριντό και τον Ρίκι Ταρ, έναν άλλο κυνηγό σκαλπ (Τομ Χάρντι), είναι τόσο το μεγαλείο, όσο και τη θλίψη. Στο πεδίο της δράσης, στον κόσμο της κατασκοπίας είναι υπερδραστήριοι, αλλά η μελαγχολία που υπάρχει διάχυτη στην ταινία, σε αυτούς νομίζω ότι γίνεται πιο εμφανής.

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΕΡΚΟΥΣ

Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας Κι ο Κλήρος Έπεσε στον Σμάιλι διαδραματίζεται στο κέντρο και τα περίχωρα του Λονδίνου, μιας και ο φακός ακολουθεί τον Σμάιλι. Πέραν του Λονδίνου, χρησιμοποιήθηκε και ένα μικρό στούντιο στο Μιλ Χιλ του Βόρειου Λονδίνου, το Inglis Barracks, όπου στήθηκε το αρχηγείο του Σέρκους και όλα τα υπόλοιπα σκηνικά για τις εσωτερικές σκηνές. Τα εξωτερικά γυρίσματα των σκηνών του Τζιμ Πριντό και του Ρίκι Ταρ πραγματοποιήθηκαν στη Βουδαπέστη της Ουγγαρίας και στην Κωνσταντινούπολη της Τουρκίας – εκεί ο Ρίκι θα ερωτευτεί και την δυστυχισμένη από το γάμο της Ιρίνα.
Ο Ρόμπιν Σλόβο λέει σχετικά, «Οι ανάγκες των γυρισμάτων απομόνωσαν κάποιους από τους ηθοποιούς μας από το υπόλοιπο καστ – ή τουλάχιστον για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Τις σκηνές της αποστολής του Τζιμ, τις γυρίσαμε με τον Μαρκ Στρονγκ στη Βουδαπέστη μέσα σε τέσσερις ημέρες.»
Ο Στρονγκ λέει γεμάτος θαυμασμό «Δουλεύοντας στη Βουδαπέστη είχες άμεση επαφή και άμεση πρόσβαση στον γκρίζο, συμπαγή κόσμο της ιστορίας. Υπάρχουν ακόμα πολλά στοιχεία στην πόλη που αποτελούν ζωντανές αναφορές στη δεκαετία του ’70. Η πρώτη σκηνή δείχνει καταπληκτική στη μεγάλη οθόνη, αλλά εξίσου καταπληκτική εμπειρία ήταν και για εμάς η διαδικασία των γυρισμάτων.»
Ο Σλόβο συμπληρώνει, «Ο Τομ Χάρντι, ως Ρίκι, και η Σβετλάνα Κοντσένκοβα, ως Ιρίνα, γύρισαν όλες τις ρομαντικές και δραματικές τους σκηνές στην Κωνσταντινούπολη. Ο Τομ ήρθε κάποιες μέρες στην Αγγλία, αλλά ο Γκάρι Όλντμαν ως Σμάιλι δεν έφυγε καθόλου από το Ηνωμένο Βασίλειο.
Ο Όλντμαν τονίζει το εξής «Ανεξαρτήτως των τοποθεσιών όπου πραγματοποιήθηκαν τα γυρίσματα, το μεγαλύτερο μέρος της έντασης και της ατμόσφαιρας της ταινίας, οφείλεται στο όραμα του Τομάς Άλφρεντσον, στο καλό μοντάζ, στον υπέροχη ηχοληψία και τη μαγική μουσική. Συζητούσαμε τα πάντα.»
Ο Άλφρεντσον κάλεσε τον συνεργάτη του από το Let the Right One IN, διευθυντή φωτογραφία Χόιτε βατ Χοτέμα. Χαρακτηριστικά λέει «Όταν είσαι κοντά σε αυτό τον άνθρωπο, σου έρχονται καλές ιδέες. Είναι κάτι σαν μούσα. Είμαστε σε έναν διαρκή διάλογο για τη φωτογραφία, αλλά προσπαθούμε να μην αντιγράφουμε άλλους δημιουργούς. Δεν είμαι από τους σκηνοθέτες που αρέσκονται να κάνουν πολλές λήψεις, έτσι όταν είμαστε στο πλατό όλοι είναι σε ετοιμότητα.»
Ο Μπένεντικτ Κάμπερμπατς πιστεύει ότι η προσέγγιση του δημιουργικού ντουέτου ωφέλησε καταλυτικά το υλικό. Σε αυτή την ταινία, σπάνια θα δεις δύο ανθρώπους προφίλ να μιλούν μέσα σε ένα αυτοκίνητο, όπως στις περισσότερες κατασκοπικές ταινίες. Όλες οι συζητήσεις δίνουν την αίσθηση ότι είναι λιγότερο προστατευμένες... Υπάρχει μια διαρκής αγωνία που προκύπτει καθαρά από τη γωνία που γίνεται η λήψη.»
Ο Κόλιν Φερθ συμπληρώνει, «Ο Τομάς είναι πάρα πολύ καλός στο να αποτυπώνει την ατμόσφαιρα. Όταν, για παράδειγμα, βάζει την κάμερα να κινείται από την πίσω πλευρά ενός τζαμιού, σου δίνει την αίσθηση ότι κάποιος είναι εκεί έξω και παρακολουθεί τι γίνεται μέσα. Επίσης, ξέρει πολύ καλά ότι οι κλειστοί χώροι δεν χρειάζεται να είναι γεμάτοι θόρυβο.»
Στο ίδιο μοτίβο, ο Τιμ Μπίβαν μας εκμυστηρεύεται «Ήταν ένα πολύ ήσυχο πλατό – σαν ταινία των αδερφών Κοέν. Ο Χόιτε και ο Τομάς κάθονταν πάντα δίπλα-δίπλα και όλο το συνεργείο και το καστ ήταν απόλυτα συγκεντρωμένο.»
Ο σκηνοθέτης είχε φτιάξει στο μυαλό του ένα προσχέδιο για το πώς ήθελε να οπτικοποιήσει τον κόσμο του Σέρκους, με τους στενούς διαδρόμους και σκάλες. Λέει χαρακτηριστικά, «Εκείνη την εποχή, μου είπαν ότι η MI6, ήταν ένα πολύ κλειστό και στενάχωρο κτίριο. Διάδρομοι με κλειστές πόρτες, και ανθρώπους να κάθονται πίσω από αυτές. Ήξερα λοιπόν, πως κάτι τέτοιο δεν θα είχε ενδιαφέρον να το δει κανείς σε ταινία... Αυτό λοιπόν που χρειαζόμασταν ήταν να επινοήσουμε από την αρχή τη λειτουργικότητα του κτιρίου, αποδίδοντας τις διάφορες ιεραρχικές κλίμακες με πειστικό τρόπο. Η λύση; Μα φυσικά να οδηγήσουμε το κοινό σε έναν κόσμο χαμηλής τεχνολογίας, που όμως θα διέθετε αρκετούς αυτοματισμούς ώστε να θεωρηθεί υπερσύγχρονος για την εποχή,» συνεχίζει ο σκηνοθέτης. «Ο τελευταίος όροφος του Σέρκους είναι πιο ήσυχος. Εκεί βρίσκονται τα μεγάλα κεφάλια. Κατασκευάσαμε χώρους με τέλεια ηχομόνωση στο κέντρο του ορόφου, για να κάνουν τις απόρρητες συνεδριάσεις τους. Όσο κατεβαίνεις στο κτίριο, τόσο περισσότερο κόσμο συναντάς. Σε όλους τους ορόφους όμως, τα παράθυρα είναι κλειστά.
Ο Φερθ σχολιάζει, «το να βλέπεις την τεχνολογία στην πρωτόλεια μορφή της έχει μια κάποια ομορφιά, μια γοητεία... Οι συσκευές μαγνητοφώνησης ας πούμε... Ο θεατής θα δει όλα αυτά τα μηχανήματα που χρειάζονταν για να καταγραφούν φωνές, για να αναπαραχθούν έγγραφα και να φωτογραφηθούν αντικείμενα και πράγματα.»
Ο Σλόβο λέει «Από το pre-production μέχρι και τα γυρίσματα, είχες την αίσθηση ότι βρισκόμαστε στη δεκαετία του ’70.»
Για να επιτευχθεί αυτό, ο Άλφρεντσον ζήτησε για τον σχεδιασμό παραγωγής την Μαρία Ντούρκοβιτς. Η ίδια θυμάται, «Οι τοίχοι του καλλιτεχνικού τμήματος ήταν καλυμμένοι από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι με φωτογραφίες πραγμάτων που έπρεπε να χρησιμοποιήσουμε ως σημεία αναφοράς. Ο Τομάς είναι απίστευτος και θέλει το μη προφανές. Είναι πάρα πολύ τολμηρός και του αρέσει να ρισκάρει. Για παράδειγμα, υπάρχει μια σκηνή που διαδραματίζεται μέσα σε ένα κελί. Μαζί με τον σκηνογράφο βρήκαμε μια ταπετσαρία που ήταν ροζ με παλ μπλε τετράγωνα και χρυσά λουλουδάκια. Την έδειξα στον Τομάς και μου είπε «μου αρέσει πάρα πολύ!»
Μαζί με τον Άλφρεντσον κατέγραψαν τι ήθελαν και τι όχι. Η μονοχρωματική και κορεσμένη χρωματική παλέτα που χρησιμοποιεί η Ντούρκοβις και η ομάδα της μπορεί να αποτελεί σήμα κατεθέν, αλλά ο στόχος της ήταν η δημιουργία μιας συγκεκριμένης ατμόσφαιρας και μιας αίσθησης αυθεντικότητας. «Κατά τη διάρκεια της έρευνας που κάναμε, συγκεντρώσαμε πάρα πολλές λεπτομέρειες, όπως για παράδειγμα ότι όλοι είχαν ένα κομμάτι γυαλί πάνω στο γραφείο τους, ώστε να μην αφήνει ίχνη η γραφή τους στα σημειωματάριά τους.»
Συνεχίζει δε, προσθέτοντας: «αυτό που θέλαμε πάσει θυσία ήταν να αποφύγουμε τα κλισέ της δεκαετίας του ’70 που έχουμε δει κατά κόρον στις ταινίες – όπως για παράδειγμα τις ταπετσαρίες με τα μεγάλα καφέ και πορτοκαλί γεωμετρικά σχήματα. Δεδομένης της ιστορίας και των χαρακτήρων, θέλαμε κάτι διακριτικό. Η αίθουσα συνεδριάσεων, επί παραδείγματι, είναι καλυμμένη απ’άκρη σε άκρη με ηχομονωτικό αφρό, και όχι ταπετσαρία.»
Το μεγάλο ζητούμενο ήταν να δοθεί ο κατάλληλος τόνος, και τα κοστούμια της Τζάκλιν Ντουράν ήταν από την πρώτη μέρα κιόλας, ιδανικά.
Σε συνεργασία με την Ντούρκοβιτς, η Ντουράν προσάρμοσε τα σχέδιά της στην ιδιοσυγκρασία κάθε χαρακτήρα, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τη μυστικοπαθή φύση τους. Η Ντουράν και η ομάδα της, απομακρύνθηκε ακόμα περισσότερο από τα κλισέ της δεκαετίας του ’70 απ’ό,τι η Ντούρκοβιτς. Όπως εξηγεί η ενδυματολόγος «Δεδομένου ότι οι βασικοί χαρακτήρες της ιστορίας είναι μεσήλικες και από την ανώτερη αστική τάξη, θα συνέχιζαν να ντύνονται όπως τα τελευταία 10-15 χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι θα είχαν διαλέξει τον τύπο των κοστουμιών τους όταν ήταν νεότεροι, και θα συνέχιζαν να ντύνονται έτσι.»
«Είδαμε όλα τα χρώματα κοστουμιών εκείνης της εποχής. Το περίεργο και το κραυγαλέο δεν θα το τολμούσε ούτε κάποιος πιο κομψός, όπως ο Χέιντον, ούτε κάποιος νεότερος, όπως ο Γκίγιαμ. Το θέμα ήταν τι εικόνα ήθελαν να περάσουν στους συναδέλφους τους και στους ανώτερούς τους. Αυτοί οι τύποι δεν θα πήγαιναν στην Κάρναμπι Στριτ (τον παράδεισο της μόδας της εποχής) για να ντυθούν. Θα πήγαιναν στους ράφτες της Σάβιλ Ρόου όπως πάντα.»
Η Ντούραν αναφέρει το κοστούμι του Σμάιλι ως δείγμα της ακρίβειας που απαιτούσε ο Άλφρεντσον. «Ο Τομάς από την αρχή έλεγε ότι ήθελε ο Γκάρι να φοράει γκρίζο κοστούμι. Έτσι ζητήσαμε από έναν συνταξιούχο ράφτη της οδού Σάβιλ Ρόου, να μας φτιάξει ένα απλό σκούρο γκρι κοστούμι (που θα αποτελείτο από παντελόνι, γιλέκο και σακάκι) στα πρότυπα της δεκαετίας του ΄50. Αρχικά ο Τομάς έλεγε ότι ο Γκάρι δεν θα άλλαζε κοστούμι, ότι θα φορούσε το ίδιο καθημερινά. Μετά όμως, σε συνεργασία και με τον Γκάρι αποφασίσαμε ότι θα ήταν καλύτερο αν υπήρχε μία και μόνο αλλαγή. Έτσι, βρήκα το πιο σκούρο και απλό γκρι τουίντ που υπήρχε στην αγορά, και ράψαμε ένα σπορ σακάκι στο ίδιο πατρόν με το κοστούμι. Ο θεατής μπορεί να μην το προσέξει καν, αλλά εμείς έπρεπε να το κάνουμε για εμάς.»
Αυτή η απόφαση πολύ σύντομα επηρέασε την προσέγγιση της Ντουράν και του Άλφρεντσον για τους υπόλοιπους χαρακτήρες. Δεδομένου ότι σε πολλές σκηνές, όπως λέει η ίδια, η οθόνη γεμίζει κοστούμια «αποφασίσαμε να δώσουμε ένα συγκεκριμένο στυλ σε κάθε χαρακτήρα και να το διατηρήσουμε μέχρι τέλους. Κάποιοι χαρακτήρες έχουν δύο κοστούμια. Κάποιοι άλλοι έχουν μόνο ένα. Οπτικά, θα ήταν πιο «φλύαρο» το αποτέλεσμα αν τους έβλεπες διαρκώς με άλλα ρούχα. Εξυπηρετούσε καλύτερα την οικονομία της πλοκής να έχουν μια συνέπεια στο ντύσιμο και τα αξεσουάρ. Για παράδειγμα, ο Εστερχέιζ, εκτός από τα δύο κοστούμια, έχει και μία πίπα, κάτι που πρότεινε ο Τομάς. Τελικά πιστεύω, πως χάρη στη σκληρή δουλειά και τη δημιουργικότητα όλων μας, η ταινία αποπνέει μια αίσθηση αυθεντικότητας. Νομίζω ότι αυτό έδωσε άλλη σιγουριά στους ηθοποιούς.»
Ο Όλντμαν συμφωνεί, «Ερχόμουν με μεγάλη χαρά στο γύρισμα. Το καστ και το συνεργείο απαρτίζονταν από εξαιρετικούς ανθρώπους και επαγγελματίες.»
Ο Στίβεν Γκράχαμ προσθέτει, «Ήταν λες και σε επέλεξαν να παίξεις στην Εθνική Αγγλίας. Όταν πηγαίνεις στη δραματική, που τρως ψωμί κι ελιά, δεν μπορείς να φανταστείς ότι θα συνεργαστείς με ηθοποιούς του βεληνεκούς του Όλντμαν και του Χαρτ. Και όταν σου συμβαίνει, σε εμπνέει ακόμα περισσότερο!»
Ο Μαρκ Στρονγκ δηλώνει, «Τα γυρίσματα ήταν μια αποκάλυψη κι όχι μόνο γιατί είχαμε ένα εξαιρετικό σενάριο και ένα υπέρλαμπρο καστ, αλλά επειδή είχαμε κι έναν σκηνοθέτη που μας καθοδηγούσε και μας βοηθούσε να ανακαλύψουμε τις λεπτομέρειες του χαρακτήρα μας και τον ψυχισμό του. Ήταν πραγματικά συγκλονιστικός.»
Ο Άλφρεντσον θυμάται μια μέρα που ήταν πραγματικά ξεχωριστή. Γυρνούσαμε το πάρτυ του Σέρκους για πάνω από δύο μέρες, με τη βοήθεια περισσότερων από 100 κομπάρσων. Είχα ήδη συζητήσει τις λήψεις με τον Χόιτε και οι ομάδες της Μαρία και τη Τζάκλιν είχαν ετοιμάσει τα πάντα στην εντέλεια. Κάποια στιγμή, τη δεύτερη μέρα, ήρθε στο πλατό ο Τζον Λε Καρέ και όλοι συγκεντρώθηκαν για να τον δουν. Ξέραμε ότι έπρεπε να συνεχίσουμε τη δουλειά και ο Ρόμπιν Σλόβο είχε υποσχεθεί στη σύζυγό του ότι θα τον βάζαμε στη σκηνή. Επρόκειτο να παίξει στην ίδια του την ιστορία.»
Ο συγγραφέας θυμάται, «Έπρεπε να αποφασίσω εγώ ποιος θα ήμουν. Έτσι αποφάσισα ότι θα ήμουν ένας ηλικιωμένος γκέι βιβλιοθηκάριος που τον είχαν καλέσει για χάρη του παλιού καλού καιρού.»
Ο Μπίβαν σχολιάζει ‘Πέρασε πολύ καλά. Νομίζω ότι μόνο εκείνες τις δύο μέρες είχαμε όλους τους βασικούς πρωταγωνιστές μαζί, στην ίδια σκηνή, κι αυτό γιατί η συγκεκριμένη σεκάνς διαδραματίζεται στο παρελθόν, σε μια εποχή που στο Σέρκους όλα ήταν μια χαρά, ή τουλάχιστον έτσι έμοιαζε.
-Μάλιστα, αυτή η σκηνή δεν υπάρχει στο βιβλίο.


Tinker, Tailor, Soldier, Spy is the long-awaited feature film version of John le Carre's classic bestselling novel. The thriller is directed by Tomas Alfredson (Let the Right One In). The screenplay adaptation is by the writing team of Bridget O'Connor & Peter Straughan. The time is 1973. The Cold War of the mid-20th Century continues to damage international relations. Britain's Secret Intelligence Service (SIS), a.k.a. MI6 and code-named the Circus, is striving to keep pace with other countries' espionage efforts and to keep the U.K. secure. The head of the Circus, known as Control (John Hurt), personally sends dedicated operative Jim Prideaux (Mark Strong) into Hungary. But Jim's mission goes bloodily awry, and Control is forced out of the Circus - as is his top lieutenant, George Smiley (Gary Oldman), a career spy with razor-sharp senses. Estranged from his absent wife Ann, Smiley is soon called in to see undersecretary Oliver Lacon (Simon McBurney); he is to be rehired in secret at the government's behest, as there is a gnawing fear that the Circus has long been compromised by a double agent, or mole, working for the Soviets and jeopardizing England. Supported by younger agent Peter Guillam (Benedict Cumberbatch), Smiley parses Circus activities past and present. In trying to track and identify the mole, Smiley is haunted by his decades-earlier interaction with the shadowy Russian spy master Karla. The mole's trail remains cold until maverick field agent Ricki Tarr (Tom Hardy) unexpectedly contacts Lacon. While undercover in Turkey, Ricki has fallen for a betrayed married woman, Irina (Svetlana Khodchenkova), who claims to possess crucial intelligence. Separately, Smiley learns that Control narrowed down the list of mole suspects to five men. They are the ambitious Percy Alleline (Toby Jones), whom he had code-named Tinker; suavely confident Bill Haydon (Colin Firth), dubbed Tailor; stalwart Roy Bland (Ciaran Hinds), called Soldier; officious Toby Esterhase (David Dencik), dubbed Poor Man; and - Smiley himself. Even before the startling truth is revealed, the emotional and physical tolls on the players enmeshed in the deadly international spy game will escalate...

ΕΠΙΣΗΜΟ SITE :

Official Site

ΑΛΛΕΣ ΠΗΓΕΣ

IMDb  http://www.imdb.com




top of the page


ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Η Βαθμολογία μου:

(Κριτική από το Φεστιβάλ της Βενετίας, την 5/9/2011)

Η ταινία του Τόμας Άλφρεντσον "TINKER, TAILOR, SOLDIER, SPY", με τον Γκάρι Όλντμαν, στον κεντρικό ρόλο, αλλά και τον Κόλιν Φερθ είναι ένα σκοτεινό, γεμάτο υπόγεια ειρωνεία, κατασκοπικό φιλμ, με μια υποβλητική ατμόσφαιρα όπως και στο βαμπιρικό θρίλερ της προηγούμενης δουλειάς του σκηνοθέτη "ΑΣΕ ΤΟ ΚΑΚΟ ΝΑ ΜΠΕΙ (LET ME IN)".

Έντονος εσωτερικός ρυθμός, πλαστική φωτογραφία, μυστηριώδες ύφος, ένας εξαιρετικός χαρακτήρας (Όλντμαν), και σκοτεινοί υπαινιγμοί με γρίφους στο σενάριο μας έδωσαν ένα πολύ ενδιαφέρον φιλμ, συνολικά.

Γιάννης Ραουζαίος
του Γιάννη Ραουζαίου giannis.raouzaios@myfilm.gr


Η Βαθμολογία μου:

 

Jim Papamichos
του Δημήτρη Παπαμίχου me@myfilm.gr


top of the page

blog comments powered by Disqus



top of the page


VIDEO CLIPS, TRAILER, TEASER, SCREENING PREVIEW












top of the page


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ / ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Κυκλοφορία:
5/9/2011 (Ιταλία, Φεστιβάλ Βενετίας)
16/9/2011 (Μεγ. Βρεττανία, Ιρλανδία)
9/12/2011 (ΗΠΑ)
23/12/2011 (Ισπανία)
13/1/2012 (Ιταλία)
19/1/2012 (Αυστραλία)
2/2/2012 (Γερμανία)
8/2/2012 (Γαλλία)
16/2/2012 (Ελλάδα)


top of the page




PHOTOS - POSTERS

12_lacon.jpg
11_irina.jpg
10_alleline.jpg
09_control.jpg
08_bland.jpg
07_tarr.jpg
06_westerby.jpg
05_haydon.jpg
04_esterhase.jpg
03_guillam.jpg
02_sachs.jpg
01_smiley.jpg
0007 - Tinker Tailor Soldier Spy - wallpaper 1.jpg
0007 - Tinker Tailor Soldier Spy - POSTER 6.jpg
0007 - Tinker Tailor Soldier Spy - POSTER 5.jpg
0006 - Tinker Tailor Soldier Spy - POSTER 4.jpg
0006 - Tinker Tailor Soldier Spy - POSTER 3.jpg
0006 - Tinker Tailor Soldier Spy - POSTER 1.jpg
0006 - Tinker Tailor Soldier Spy - POSTER 2.jpg
0007 - Tinker Tailor Soldier Spy - wallpaper.jpg


top of the page


ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΑΙΝΙΑΣ / ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

>>CAST<<

Πρωταγωνιστούν:

    Mark Strong ... Jim Prideaux
    John Hurt ... Control
    Zoltán Mucsi ... Magyar
    Péter Kálloy Molnár ... Hungarian Waiter
    Ilona Kassai ... Woman in Window
    Imre Csuja ... KGB Agent
    Gary Oldman ... George Smiley
    Toby Jones ... Percy Alleline
    David Dencik ... Toby Esterhase
    Ciarán Hinds ... Roy Bland
    Colin Firth ... Bill Haydon
    Kathy Burke ... Connie Sachs
    Benedict Cumberbatch ... Peter Guillam
    Stephen Graham ... Jerry Westerby
    Arthur Nightingale ... Bryant
    Simon McBurney ... Oliver Lacon
    Tom Hardy ... Ricki Tarr
    Amanda Fairbank-Hynes ... Belinda
    Peter O'Connor ... Fawn
    Roger Lloyd-Pack ... Mendel
    Matyelok Gibbs ... Mrs. Pope Graham
    Phillip Hill-Pearson ... Norman
    Jamie Thomas King ... Kaspar
    Stuart Graham ... Minister
    Konstantin Khabenskiy ... Polyakov
    Sarah Jane Wright ... Mary Alleline
    Katrina Vasilieva ... Ann Smiley
    Linda Marlowe ... Mrs. McCraig
    William Haddock ... Bill Roach
    Erksine Wylie ... Spikeley
    Philip Martin Brown ... Tufty Thesinger
    Tomasz Kowalski ... Boris
    Svetlana Khodchenkova ... Irina
    Alexandra Salafranca ... Turkish Mistress
    Denis Khoroshko ... Ivan
    Oleg Dzhabrailov ... Sergei
    Gillian Steventon ... Listening Woman
    Nick Hopper ... Janitor Alwyn
    Laura Carmichael ... Sal
    Rupert Procter ... Guillam's Boyfriend
    John le Carré ... Christmas Party Guest
    Michael Sarne ... Voice of Karla
    Christian McKay ... Mackelvore
    Jean-Claude Jay ... French Man at Residency
    Tom Stuart ... Ben

>>CREDITS<<

Σκηνοθεσία
Tomas Alfredson

Σενάριο
John le Carré (μυθιστόρημα)
Bridget O'Connor
Peter Straughan

Παραγωγή
Tim Bevan
Eric Fellner
Robyn Slovo

Μουσική
Alberto Iglesias

Φωτογραφία
Hoyte Van Hoytema

Μοντάζ
Dino Jonsäter

Casting
Jina Jay

Σχεδιασμός Παραγωγής
Maria Djurkovic

Καλλιτεχνική Διεύθυνση
Tom Brown
Zsuzsa Kismarty-Lechner


Κοστούμια
Jacqueline Durran

Βοηθός Σκηνοθέτη
Alex Oakley
Robert Karn

Εταιρείες Παραγωγής
Studio Canal
Working Title Films

Διανομή
Village Films (Ελλάδα)
Focus Features
Ascot Elite Entertainment Group

Ειδικά Εφέ
Framestore
Multifilm Special Effects

Χρονολογία παραγωγής
2011

Χώρα παραγωγής
ΜΕΓ. ΒΡΕΤΤΑΝΙΑ, ΓΑΛΛΙΑ, ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Γλώσσα
ΑΓΓΛΙΚΑ, λίγα Ουγγρικά, Ρωσικά, Γαλλικά, Τούρκικα

Εικόνα
ΕΓΧΡΩΜΗ 2.35 : 1

Είδος ταινίας
ΘΡΙΛΕΡ, ΔΡΑΜΑ, ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ

Διάρκεια
127'

Ήχος
DTS | Dolby Digital

Τοποθεσίες γυρισμάτων
Βουδαπέστη - Ουγγαρία, Κωνσταντινούπολη - Τουρκία, Λονδίνο - Αγγλία

AKA

Καταλληλότητα
UK:15 / Ireland:15A / Australia:MA15+ / Canada:14A (Alberta/British Columbia/Manitoba/Ontario) / Sweden:15 / Singapore:M18 / Malaysia:18 / Portugal:M/12 / Canada:13+ (Quebec) / Norway:15 / India:A / Brazil:14 / USA:R (certificate #46967)

Κόστος
$30 εκατομμύρια

Εισπράξεις
$43 εκατομμύρια


top of the page










 
Βαθμολογία Κοινού
Μέσος Όρος: 4.33
Αριθμός Ψήφων: 6


Αξιολόγηση :

Εξαιρετικό
Πολύ καλό
Καλό
Μέτριο
Κακό



Επιλογές
  Go Back [ Προηγούμενο ]

 Προεπισκόπηση Προεπισκόπηση

 Προωθήστε το Προωθήστε το



Σχετικοί Σύνδεσμοι

· Αναζήτηση σε: Θρίλερ
· Περισσότερα για Κατηγορία
· Ταινίες που προβάλλονται
· Τελευταία Τρέιλερ
· Box Office

· IMDb   
· RT

· ΘΕΜΑΤΑ

Εγκαταστήστε το myFILM.gr toolbar ΤΩΡΑ! Όλο το internet σε μια γραμμή εργαλείων - Δωρεάν λήψη


Ανά Είδος

· Δραματική
· Αισθηματική
· Κωμωδία
· Αστυνομική
· Μυστηρίου
· Φιλμ Νουάρ
· Θρίλερ
· Δράσης
· Περιπέτεια
· Φαντασίας
· Επιστημονικής Φαντασίας
· Τρόμου
· Βιογραφική
· Ντοκιμαντέρ
· Κινούμενα Σχέδια
· Μιούζικαλ
· Οικογενειακή
· Ιστορική
· Αθλητική
· Γουέστερν
· Πολεμική
· Ερωτική
· Μικρού Μήκους
· 3D
· Ασπρόμαυρη
· Βωβή

Συνδεδεμένα Θέματα

ΘρίλερΜυστηρίουRestrictedΔραματική


Advertisement



top of the page


-- Sponsored Links --

Dailymotion Movies LTD aggelospolidoros.blogspot.gr AGATHI Art Gallery cinefo.wordpress.comr

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΡΗΤΑ Η ΜΕΡΙΚΗ Ή ΟΛΙΚΗ ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ, ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΥΠΕΥΘΥΝΟΥ
Το πρωτότυπο περιεχόμενο του myFILM.gr, είναι αποτέλεσμα δημοσιογραφικής έρευνας και εργασίας και προστατεύεται από το νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων και διανόησης.
All logos, trademarks and content in this site are property of their respective owner, the comments and reviews of their posters.
Όλες οι δημοσιεύσεις σε αυτές τις ιστοσελίδες εκφράζουν τις απόψεις και τη γνώμη των συντακτών τους και όχι του εκδότη ή
αρχισυντάκτη, των διαχειριστών ή συντονιστών (εκτός των δημοσιεύσεων των ιδίων) και ως εκ τούτου δεν φέρουν καμία ευθύνη για αυτές.
myfilm.gr

| AdBrite - Advertise on myFILM.gr


Info | Feedback | Statistics | Topics | Submit News | Recommend Us | Advertising | Flag inappropriate copy-theft | RSS feed 2.0 | RSS feed 0.9 | Atom feed | twitter | facebook | myspace | Add in Google homepage


Related Posts with Thumbnails