Home myFILM
Select English    Επιλέξτε Ελληνικά
Αρχή ΝΕΑ Ταινίες Φεστιβάλ Βίντεο Φωτογραφίες DVD TV Συνεντεύξεις Διαγωνισμοί Box Office
  Εγγραφή / Σύνδεση
myFILM.gr toolbar
Σήμερα & προσεχώς
.: από 28/8/14 :.
. Lucy
. Μαγεία στο Σεληνόφως
. Αεροπλάνα 2: Ιπτάμενοι Πυροσβέστες
.: από 4/9/14 :.
. Ο Νο1 Καταζητούμενος
. Step Up: All In
. Φύλακες του Γαλαξία
. The Lunchbox
. Παίζοντας Με Τη Φωτιά
. Η Άντουα και οι Φίλες της (1960)
.: από 11/9/14 :.
. Μεγαλώνοντας
. Αμαρτωλή Πόλη: Η Κυρία Θέλει Φόνο
. Η Τελική Αποπληρωμή
. Μέσα στον Κυκλώνα
. Ξόρκισε Το Κακό
. Η Ζωή είναι Ωραία με τα Μάτια Κλειστά
. Η Εγκληματική Ζωή του Αρτσιμπάλντο Ντε Λα Κρουζ (1955)
.: από 18/9/14 :.
. Ρίο, Σ' Αγαπώ
. Kidnapping Freddy Heineken
. Ο Λαβύρινθος
. Αμνησία
. Η Barbie στο Μυστικό Βασίλειο
.: από 25/9/14 :.
. Τα Χελωνονιντζάκια
. Ένας Πύργος Στην Ιταλία
. The Equalizer
. The Boy With The Cuckoo-Clock Heart
. Στο Σπίτι
.: από 2/10/14 :.
. Xenia
. Όπως Ψηλά, Έτσι Και Χαμηλά
. Ιστορίες για Αγρίους
. Ο Μικρός Νικόλας Πάει Διακοπές

Περιοχή μελών
Εγγραφή εδώ:
Χρήστης:
Συνθηματικό:
Κωδικός Ασφαλείας: Κωδικός Ασφαλείας
Γράψτε Κωδικό Ασφαλείας (6ψήφιος αριθμός εικόνας):
Members List Μέλη:
Τελευταία: exeiskone's Profile exeiskone
Σήμερα: 1
Χθές: 2
Συνολικά: 9735

Συνδεδεμένοι:
Επισκέπτες: 204
Μέλη: 0
Σύνολο: 204

Εγγραφή

ΔΩΡΕΑΝ Toolbar
Θέματα
BOX OFFICE Ελληνικό
BOX OFFICE USA
Δημοφιλή / Top50
Cine CULT
TV
CD
Θέατρο
Αρχείο
Αίθουσες
ανά εβδομάδα
με μια ματιά

Ο Λογαριασμός μου
Blogs
Λήψεις
Φωτογραφίες
Φόρουμ
Ημερολόγιο
Σύνδεσμοι
Επικοινωνία
Αναζήτηση
Donation
Ανέκδοτα και Αστεία
Ποίηση
Παιχνίδια Flash
Πόστερ
Άλλο Περιεχόμενο
Ενότητες
Πρόσωπα
Βιβλίο
Casting
Φεστιβάλ / Διανομή
Ευκαιρίες Καριέρας
Δελτίο καιρού
Ξενοδοχεία
Χρήσιμα

Upcoming Events

-- Sponsored Links --
Dailymotion
AGATHI Art Gallery
cinefo.wordpress.comr
aggelospolidoros.blogspot.gr

-- feeds'n'blogs --














Cinema: DARK SHADOWS του Τιμ Μπάρτον (2012)

Ημερομηνία καταχώρησης: Πέμπτη, 19 Μάι. 2011 @ 15:06:00 MST - Συντάκτης : Jim Papamichos

[Comments][Περισσότερα][Κριτικές][Βίντεο][Φωτό][Πόστερ][Κυκλοφορία][Στοιχεία]

Θρίλερ

DARK SHADOWS

του Τιμ Μπάρτον
με τους Τζόνι Ντεπ, Μισέλ Φάιφερ, Έλενα Μπόναμ Κάρτερ, Εύα Γκριν, Τζάκι Έρλ Χέιλι, Κλόι Μόρετζ, Γκιούλιβερ ΜακΓκράθ

Υπόθεση:
Το 1750, ο Τζόσουα και η Ναόμι Κόλινς, μαζί με τον μικρό γιό τους Μπάρναμπας, σαλπάρουν από την Αγγλία για να κάνουν ένα νέο ξεκίνημα στην Αμερική. Εκεί θα καταφέρουν να στήσουν μια αλιευτική αυτοκρατορία σε μια μικρή παραλιακή πόλη που τελικά θα πάρει το όνομά τους: Κόλινσπορτ. Δύο δεκαετίες αργότερα, ο Μπάρναμπας (Τζόνι Ντεπ) έχει όλο τον κόσμο στα πόδια του. Ο Μπάρναμπας, αφέντης της θρυλικής έπαυλης Κόλινγουντ, είναι πλούσιος, ισχυρός και αδιόρθωτος πλέιμποϊ... μέχρι που θα κάνει το τραγικό λάθος να ερωτευτεί την πανέμορφη Τζοσέτ ΝτυΠρέ (Μπέλα Χίθκοουτ) και να ραγίσει την καρδιά της Ανζελίκ Μπουσάρ (Εύα Γκριν). Τότε, η Ανζελίκ – που κάθε άλλο παρά αγγελικά πλασμένη είναι, καθώς είναι μάγισσα – θα τον καταραστεί σε κάτι χειρότερο κι απ’ τον ίδιο τον θάνατο – θα τον μεταμορφώσει σε βρικόλακα και εν συνεχεία θα τον θάψει... ζωντανό. Δύο αιώνες σχεδόν αργότερα, ο Μπάρναμπας θα καταφέρει να απελευθερωθεί από τον τάφο του και να επιστρέψει στον κόσμο του 1972, όντας ξένος σε μια ακόμα πιο ξένη γι’ αυτόν πραγματικότητα. Επιστρέφοντας στην έπαυλη Κόλινγουντ, θα συνειδητοποιήσει ότι η άλλοτε υπέρλαμπρη κατοικία του έχει μετατραπεί σε ερείπιο, ενώ οι λιγοστοί εναπομείναντες δυσλειτουργικοί συγγενείς του είναι σε κακή κατάσταση, δέσμιοι των δικών τους σκοτεινών μυστικών. Η επικεφαλής της μητριαρχικής πια οικογένειας, Ελίζαμπεθ Κόλινς Στόνταρντ (Μισέλ Φάιφερ) είναι η μόνη που ο Μπάρναμπας θα μπορέσει να εμπιστευτεί και να αποκαλύψει την ταυτότητά του. Η παράξενη όμως, και αναχρονιστική συμπεριφορά του θα εγείρει αμέσως υποψίες στην ψυχίατρο, δρα Τζούλια Χόφμαν (Έλενα Μπόναμ Κάρτερ), η οποία δεν μπορεί καν να διανοηθεί τι είδους προβλήματα σκαλίζει. Καθώς ο Μπάρναμπας θα ξεκινήσει την προσπάθεια να αποκαταστήσει τη χαμένη φήμη της οικογένειάς του, θα συναντήσει μόνο ένα εμπόδιο: την αρχηγό του Κόλινσπορτ, που ακούει στο όνομα Άντζι... και μοιάζει τραγικά σε μια πολύ παλιά γνώριμη του Μπάρναμπας Κόλινς. Στην έπαυλη Κόλινγουντ επίσης, κατοικεί ο φορέας προβλημάτων και αδερφός της Ελίζαμπεθ, Ρότζερ Κόλινς (Τζόνι Λι Μίλερ), η επαναστάτρια έφηβη κόρη της, Κάρολιν Στόνταρντ (Κλόι Γκρέις Μόρετζ) και ο 10χρονος προβληματικός γιος του Ρότζερ, Ντέιβιντ Κόλινς (Γκάλι ΜακΓκράθ). Ο Γουίλι Λούμις (Τζάκι Έρλ Χέιλι) είναι ο πολυπαθής επιστάτης του Κόλινγουντ ενώ η Βικτόρια Γουίντερς (Μπέλα Χίθκοουτ) είναι η νταντά του Ντέιβιντ, η οποία κατά έναν μυστήριο τρόπο είναι ολόιδια με την μοναδική αγάπη του Μπάρναμπας, Τζοσέτ.



ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Ο σκηνοθέτης Τιμ Μπάρτον μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη την κλασσική cult σειρά «Dark Shadows», γυρίζοντας ένα γκόθικ κωμικό θρίλερ. Επικεφαλής του υπέρλαμπρου καστ είναι ο Τζόνι Ντεπ, η Μισέλ Φάιφερ και η Έλενα Μπόναμ Κάρτερ.

Η σκηνοθεσία της ταινίας φέρει την υπογραφή του Τιμ Μπάρτον. Το σενάριο είναι του Σεθ Γκράχαμ-Σμιθ, η πρωτότυπη ιστορία είναι των Τζον Όγκουστ και Γκράχαμ Σμιθ, ενώ βασίζεται στην ομώνυμη τηλεοπτική σειρά του Νταν Κέρτις.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

“Ένα πράγμα πρέπει να ξέρεις για την οικογένεια Κόλινς... Αντέχουμε στον χρόνο.”

Ένας παρά τη θέλησή του βρικόλακας με ασυναγώνιστη γοητεία. Μια μυστηριώδης ενζενί, που υποκύπτει στα θέλγητρά του. Μια φθονερή γυναίκα, ταυτόχρονα γητεύτρα και μάγισσα. Μια παράξενη οικογένεια σε μια τρομακτική έπαυλη που κρύβει μυστικά σε κάθε της γωνιά.
Αυτά είναι κάποια από τα βασικά γνώριμα στοιχεία της δημοφιλούς τηλεοπτικής σειράς της δεκαετίας του ’60, που άλλαξε άρδην το τοπίο της απογευματινής τηλεόρασης. Σε μια εποχή που είχε ήδη σημαδευτεί από ανατρεπτικά γεγονότα, το “Dark Shadows” κλόνισε την κυριαρχία της σαπουνόπερας με ένα μείγμα γκόθικ μυστηρίου, έρωτα και μελοδράματος. Ξαφνικά, οι νέοι της εποχής έτρεχαν σπίτι για να παρακολουθήσουν τις παράξενες ανατροπές στη ζωή της οικογένειας Κόλινς. Σε μια εποχή που δεν υπήρχαν DVD recorder ή βίντεο για να μαγνητοσκοπήσει κανείς επεισόδια, η σειρά έγινε το συνώνυμο του «τηλεοπτικού ραντεβού» για μια ολόκληρη γενιά αφοσιωμένων φαν.
Ένας από τους λάτρεις της σειράς ήταν και ο Τιμ Μπάρτον, ο οποίος μεγαλώνοντας άλλαξε κι εκείνος με τη σειρά του άρδην το κινηματογραφικό τοπίο με το μοναδικό του στυλ. Ο ίδιος λέει χαρακτηριστικά «Η σειρά είχε μια συγκεκριμένη ενέργεια. Ήταν μεν σαπουνόπερα, αλλά είχε ένα υποβόσκον παράξενο και υπερφυσικό στοιχείο.»
Ο Τζόνι Ντεπ, που πρωταγωνιστεί στον ρόλο του Μπάρναμπας θυμάται, «Δεν υπήρχε κάτι, τουλάχιστον στην απογευματινή ζώνη, στο οποίο να πρωταγωνιστούν βρικόλακες, φαντάσματα και μάγισσες. Εμένα, ανέκαθεν με έλκυε το συγκεκριμένο είδος, από τότε που ήμουν μικρό παιδί. Έτσι από τότε που είδα για πρώτη φορά το “Dark Shadows” δεν κατάφερα να ξεκολλήσω.»
Η παραπάνω δήλωση του Ντεπ, είναι πιθανότατα κυριολεκτική. Δεκαετίες αργότερα, όχι μόνο ενσαρκώνει τον κεντρικό ρόλο της ταινίας αλλά συνυπογράφει και την παραγωγή μαζί με τον Ρίτσαρντ Ντ. Ζάνουκ, τον Γκράχαμ Κινγκ, την Κρίστι Ντεμπρόφσκι και τον Ντέιβιντ Κένεντι. Η ταινία “Dark Shadows” αποτελεί την όγδοη συνεργασία του με τον σκηνοθέτη Τιμ Μπάρτον και επισφραγίζει την κινηματογραφική συνεργεία τους. «Προφανώς ο πρώτος άνθρωπος που μου ήρθε στο μυαλό ήταν ο Τιμ,» δηλώνει ο Ντεπ. «Και από την πρώτη στιγμή μπήκε με εξαιρετικό ενθουσιασμό.»
«Ο Τζόνι δίνεται πάντα 100% σε ό,τι κι αν κάνει. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβα ότι το συγκεκριμένο έργο τον είχε ενθουσιάσει,» λέει ο Μπάρτον. «Μοιράστηκα τον ίδιο ενθουσιασμό ως προς το πού θα μπορούσαμε να πάμε την ιστορία και ήξερα από την αρχή ότι θα είναι πολύ διασκεδαστική εμπειρία.»
Ο παραγωγός Ρίτσαρντ Ντ. Ζάνουκ, ο οποίος συνεργάζεται με τον σκηνοθέτη πάνω από δέκα χρόνια, σχολιάζει, «Ο λόγος που κάνω ταινίες μέχρι σήμερα, είναι πιθανότατα ο Τιμ Μπάρτον. Είναι καλλιτέχνης με την πραγματική έννοια του όρου – έχει καταπληκτική τεχνική, ζωηρή φαντασία και καταφέρνει να μεταφράσει ό,τι έχει στο μυαλό του με έναν δικό του, μοναδικά χαρακτηριστικό τρόπο.»
Ο σκηνοθέτης ήθελε να διατηρήσουν το πνεύμα της σειράς στην κινηματογραφική μεταφορά του “Dark Shadows”, αν και όπως παραδέχεται «Είναι δύσκολο να το καταφέρεις αυτό. Δεν μπορείς να κάνεις ένα ακριβές ριμέικ γιατί πολύ απλά η σειρά ολοκληρώθηκε σε 1200 επεισόδια τα οποία είχαν έναν ιδιαίτερο τόνο. Ομολογώ όμως, ότι αποτέλεσε πολύ σημαντική πηγή έμπνευσης.»
Ο παραγωγός Γκράχαμ Κινγκ τονίζει ότι δεν είναι απαραίτητο να ήσουν φαν της σειράς – ή τόσο μεγάλος ώστε να τη θυμάσαι – για να απολαύσεις την ταινία. «Ξέρουμε ότι μέχρι σήμερα υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που λατρεύουν το “Dark Shadows”. Ο Τιμ και ο Τζόνι είναι δύο απ’ αυτούς. Αυτό που θέλαμε από την πρώτη στιγμή ήταν να σεβαστούμε μεν το πνεύμα της σειράς, αλλά ταυτόχρονα να κάνουμε μια ταινία για το σύγχρονο κοινό. Με τη βοήθεια της μαγικής σκηνοθεσίας του Τιμ, η ταινία καταφέρνει να γίνει αυτόνομη. Έχει εξωφρενικούς χαρακτήρες και είναι αστεία και παράξενη όσο καμία άλλη.»
Η Κρίστι Ντεμπρόφσκι προσθέτει, «Ήξερα ότι ο Τζόνι και ο Τιμ θα έδιναν άλλη πνοή στο “Dark Shadows” και θα κατάφερναν να ξαναζωντανέψουν τη μαγεία με τον δικό τους μοναδικό τρόπο. Πιστεύω ότι η συγκεκριμένη εκδοχή θα τύχει της αποδοχής και της εκτίμησης των φαν της σειράς ενώ θα προσελκύσει ένα εντελώς νέο κοινό, το οποίο θα έχει την ευκαιρία να γνωρίσει τους χαρακτήρες που πολλοί από εμάς λατρέψαμε τόσο.»
Ο παραγωγός Ντέιβιντ Κένεντι είχε συνεργαστεί με τον δημιουργό της σειράς, τον εκλιπόντα Νταν Κέρτις, πολλά χρόνια μετά την ολοκλήρωση της σειράς. Ο Κέρτις λοιπόν, είχε εκμυστηρευτεί στον Κένεντι την πιο ευφάνταστη ίσως ιδέα του. Ο Κένεντι αποκαλύπτει ότι η σατιρική πλευρά της διασκευής του Μπάρτον αποτελούσε ανέκαθεν μέρος του οράματος του Κέρτις. «Όταν ο Τιμ και ο Τζόνι συζητούσαν το τι ήθελαν ακριβώς από την ταινία, περνούσαν τόσο καλά που ήμουν σίγουρος ότι το υλικό βρισκόταν στα καταλληλότερα χέρια. Πραγματικά πιστεύω ότι η συγκεκριμένη ταινία δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς αυτούς τους δύο και την Κρίστι.»
Συνεχίζοντας λέει, «Είμαι σίγουρος ότι θα υπάρξουν σκληροπυρηνικοί φαν του “Dark Shadows” που θα πουν ότι η σειρά δεν είχε τόσο πολύ χιούμορ. Και πράγματι, έτσι είναι. Ο Νταν όμως, ήθελε να έχει και πιστεύω ότι θα χαιρόταν πάρα πολύ αν ζούσε και έβλεπε το τελικό αποτέλεσμα. Για μένα προσωπικά, είναι ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα.»
Η συμμετοχή όμως στην ταινία, είναι και για κάποιον ακόμα ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. Ο λόγος για τη Μισέλ Φάιφερ, μια – κατά δική της δήλωση – «μανιώδη φαν» της σειράς. «Μου είχε γίνει εμμονή,» λέει. «Ήταν η πρώτη σειρά με βρικόλακες στην τηλεόραση. Η μητέρα μου πιθανότατα πίστευε ότι δεν ήταν κακό που την παρακολουθούσα, δεδομένου ότι η σειρά προβαλλόταν το απόγευμα. Εγώ όμως, ανέκαθεν ένιωθα ότι παρέβαινα κάποιον κανόνα, γιατί πολύ απλά αυτό που έβλεπα ήταν τρομακτικό και σέξι, ειδικά για εκείνη την εποχή.»
Η Έλενα Μπόναμ Κάρτερ θυμάται, «Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, χάρη στη Μισέλ που είχε φροντίσει να παίζονται επεισόδια της σειράς όλο το 24ώρο στο μακιγιάζ, μπόρεσα να αντιληφθώ κι εγώ πόσο αυθεντική ήταν η ιδέα για την εποχή της. Βέβαια, είναι δύσκολο να φανταστώ τον Τιμ και τον Τζόνι να τρομάζουν από αυτό που έβλεπαν,» λέει γελώντας.
Για το σενάριο, ο Σεθ Γκράχαμ-Σμιθ, που μαζί με τον Τζον Όγκουστ έφτιαξε και τον σκελετό της ιστορίας, λέει, «Θέλαμε να έχουμε σκηνές με πραγματικές μάχες, σκηνές με έρωτα, σκηνές με πόθο και γέλιο. Για μένα, ήταν πολύ διασκεδαστικό να συνυφαίνεις το στοιχείο του χιούμορ και του τρόμου.»
Το περισσότερο χιούμορ της ταινίας προκύπτει από τις περιστασιακές περιπέτειες του Μπάρναμπας Κόλινς, ενός πλούσιου γόη του 18ου αιώνα που ραγίζει την καρδιά μιας άκαρδης μάγισσας, ονόματι Ανζελίκ. Όταν ο Μπάρναμπας εκδηλώνει την αγάπη που θρέφει μια άλλη γυναίκα, την αιθέρια Τζοσέτ, η Ανζελίκ αποφασίζει να εκδικηθεί και τους δύο: σκοτώνει την Τζοσέτ και μεταμορφώνει τον Μπάρναμπας σε βρικόλακα χαρίζοντας του την αιώνια ζωή. Βέβαια, αυτή η ζωή δεν λέει και πολλά πράγματα, αφού τελικά τον θάβει ζωντανό για πάντα... ή τουλάχιστον για το άμεσο μέλλον.
200 χρόνια περίπου αργότερα, ο Μπάρναμπας θα απελευθερωθεί από τον τάφο του χάρη σε μια μάλλον απρόσεκτη ομάδα εργατών. Ο κόσμος του 1972, ασφαλώς, δεν μοιάζει καθόλου με τον κόσμο που άφησε πίσω του ο Μπάρναμπας. «Αυτό και μόνο αποτέλεσε έναυσμα για μια πλειάδα ιδεών,» λέει ο Ντεπ. «Σκεφθείτε έναν πολύ κομψό άνδρα του 1700, ο οποίος μετά από 200 χρόνια αφάνειας, επιστρέφει στο 1972, ίσως την χειρότερη – από άποψη αισθητικής – περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας, κατά την οποία οι άνθρωποι αποδέχονται τα πάντα: από μικρά κακάσχημα κουκλάκια τρολ μέχρι μακραμέ κοσμήματα και lava lamps. Σκεφτήκαμε ότι ο βρικόλακάς μας θα μπορούσε να αποτελέσει κάλλιστα τη ματιά που δεν είχαμε εμείς τότε, τη ματιά που μπορεί να εντοπίσει την τρέλα και τον παραλογισμό σε όλα αυτά τα πράγματα.»
Ο Μπάρτον, ο οποίος τη δεκαετία του ’70 ήταν στην εφηβεία, όχι μόνο συμφωνεί αλλά προσθέτει, «Δεν θέλουμε να διακωμωδήσουμε την εποχή εκείνη, αλλά να δούμε την πραγματικότητα από μια άλλη προοπτική. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι εκείνη την εποχή είχαμε δαχτυλίδια που πρόδιδαν τι διάθεσή έχεις και διάφορα άλλα περίεργα πράγματα... Σίγουρα κάθε εποχή έχει τα δικά της παράξενα, αλλά αν κοιτάξεις πίσω, όταν αφήνεις πίσω σου μια εποχή, τότε αυτά που αποτελούσαν τότε την πραγματικότητά σου, αρχίζουν να φαντάζουν ακόμα πιο περίεργα.»
Ξένος σε μια παράξενη εποχή, ο Μπάρναμπας επιστρέφει στο μοναδικό μέρος που γνωρίζει: την άλλοτε υπέρλαμπρη έπαυλη Κόλινγουντ. Εκεί συναντά την κατοικία του σχεδόν κατεστραμμένη και τους λιγοστούς εναπομείναντες συγγενείς του σε εξίσου κακή κατάσταση. Ο Μπάρτον λέει, «Το παν ήταν να συλλάβουμε τη δυναμική της οικογένειας, η οποία ασφαλώς τυχαίνει να ξεφεύγει από τα συνηθισμένα πρότυπα. Κάθε οικογένεια διέπεται από μια εσωτερική δυναμική, και αυτό ήταν κάτι που πραγματικά με ενδιέφερε.»

“Το όνομά του ήταν Μπάρναμπας Κόλινς, και ήταν
ο ωραιότερος άνδρας που υπήρξε ποτέ σ’αυτή την οικογένεια.”

Ο ρόλος του βρικόλακα Μπάρναμπας Κόλινς ήταν έμπνευση του Νταν Κέρτις και ενσαρκώθηκε στη σειρά από τον Τζόναθαν Φριντ. Παρόλο που εμφανίστηκε σχεδόν έναν χρόνο μετά την προβολή του πρώτου επεισοδίου της σειράς, ο ήρωας αυτός ανέβασε στα ύψη την τηλεθέαση και καθόρισε ολόκληρη τη σειρά.
«Ο Μπάρναμπας ήταν ένας πρωτοποριακός χαρακτήρας – ήταν ο πρωταγωνιστής και ήταν βρικόλακας,» λέει ο Γκράχαμ Σμιθ. «Μπορεί σήμερα αυτό να μην φαντάζει και τόσο περίεργο, αλλά στα τέλη της δεκαετίας του ’60, κάτι τέτοιο ήταν πραγματικά παράξενο.»
Κατά πολύ ενδιαφέροντα τρόπο, πολλά χρόνια πριν την κινηματογραφική μεταφορά του Μπάρτον, ο Τζόνι Ντεπ είχε επιλεγεί από τον δημιουργό της σειράς για τον ρόλο του Μπάρναμπας. Ο Κέρτις μαζί με τον Ντέιβιντ Κένεντι, ήθελαν να μεταφέρουν τη σειρά στη μεγάλη οθόνη, και στα μέσα περίπου της δεκαετίας του 2000, προσέγγισαν τον Ντεπ, προτείνοντας του να ενσαρκώσει τον Μπάρναμπας.
Ο Ντεπ σχολιάζει «Ήταν μεγάλη τιμή για μένα το γεγονός ότι ο Νταν με είχε επιλέξει για τον ρόλο του Μπάρναμπας Κόλινς,» αποκαλύπτοντας παράλληλα ότι ο τρόπος που υποδύθηκε τον ρόλο αποτελεί φόρο τιμής προς τον ηθοποιό που πρωτοενσάρκωσε τον συγκεκριμένο χαρακτήρα. «Για ό,τι κι αν έκανα, σημείο αναφοράς αποτέλεσε η επική ερμηνεία του Τζόναθαν Φριντ. Ο τρόπος που ενσάρκωσε τον χαρακτήρα ήταν συγκλονιστικός, συνεπώς η δική μου προσπάθεια βασίζεται κυρίως στα θεμέλια που έθεσε εκείνος. Το μόνο που κάναμε ήταν να προσθέσουμε κάποια στοιχεία και να του δώσουμε έναν πιο εκλεπτυσμένο τρόπο ομιλίας... Ουσιαστικά δώσαμε περισσότερη έμφαση στην έκφραση μέσω του λόγου.»
Για τον Μπάρτον, κάθε συνεργασία με τον Ντεπ είναι απολαυστική ακριβώς επειδή ο συγκεκριμένος πρωταγωνιστής έχει την ικανότητα να ξεπερνά τον εαυτό του. «Ο Τζόνι προτίθεται να δοκιμάσει τα πάντα. Πάντα θα σκεφτεί κάτι καινούργιο που θα μας αρέσει πολύ. Έτσι, καμία συνεργασία μας δεν μοιάζει με τις άλλες, γεγονός που καθιστά την όλη εμπειρία αναζωογονητική και διασκεδαστική.»
Ο Ζάνουκ σχολιάζει, «Κάθε συνεργασία αυτών των δύο ανθρώπων είναι συγκλονιστική – ο Τιμ κατεβάζει καταπληκτικές ιδέες και ο Τζόνι τις «μεταφράζει» στη μεγάλη οθόνη. Ξέρει καλά ο ένας τον άλλο. Ο Τζόνι βλέποντας και μόνο την έκφραση του Τιμ ξέρει αν του άρεσε κάτι ή όχι. Αντίστοιχα, ο Τιμ δεν χρειάζεται να πει πολλά. Λέει δύο κουβέντες και ο Τζόνι αμέσως καταλαβαίνει τι ακριβώς θέλει.»
Ο μακιγιέρ Τζόελ Χάρλοου ανέλαβε την ευθύνη να μεταμορφώσει τον Ντεπ σε Μπάρναμπας, σε στενή συνεργασία τόσο με τον πρωταγωνιστή όσο και με τον Μπάρτον, προκειμένου να αποδώσει την ιδιαίτερη φυσιογνωμία που απαιτούσε ο ρόλος. Πριν καταλήξουν στο τελικό αποτέλεσμα, πραγματοποίησαν αρκετές δοκιμές για να αποδώσουν τη χλωμή αλλά απόκοσμα γοητευτική φυσιογνωμία. Η δημιουργία της κατάλευκης και εύθραυστης επιδερμίδας απαιτούσε πολλές στρώσεις ειδικού υλικού. «Βλέποντας τον είτε στο πλατό διά ζώσης είτε στο μόνιτορ, ήταν ολόλευκος,» λέει ο Χάρλοου. «Στην πραγματικότητα όμως, χρησιμοποιήσαμε πάρα πολλές αποχρώσεις μέικ-απ προκειμένου να πετύχουμε το συγκεκριμένο αποτέλεσμα.» Για να τονίσει την αντίθεση με τη χλωμάδα του προσώπου, ο Χάρλοου εφάρμοσε σκούρα σκιά στην οφθαλμική κόγχη ενώ τόνισε με σκούρες αποχρώσεις τα ζυγωματικά προκειμένου να αποδώσει την όμοια με νεκρού όψη.
Το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα όμως ενός βρικόλακα είναι οι κυνόδοντές του, και ο Ντεπ είχε αρκετές επιλογές στη διάθεσή του. Ο Χάρλοου εξηγεί, «Υπήρχαν κάποιοι που ήταν πιο κοίλοι ενώ κάποιοι άλλοι ήταν πιο ευθείς. Επίσης, είχαμε ένα ζευγάρι κοντούς και ένα ζευγάρι μακριούς κυνόδοντες. Τέλος, είχαμε και ένα ζευγάρι, το οποίο ενεργοποιείτο με κίνηση, με αποτέλεσμα κάθε φορά που ο Ντεπ άνοιγε το στόμα του, οι κυνόδοντες να επιμηκύνονται και να αποκτούν το τελικό τους μήκος.»
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό του Μπάρναμπας ήταν τα μυτερά νύχια στα πολύ μακριά δάχτυλα. Ο Μπάρτον σχολιάζει, «Τα δάχτυλα ήταν πολύ σημαντικά για μένα όπως και ο τρόπος που ένας βρικόλακας αγγίζει κάτι. Νομίζω ότι προσέδωσε μια άλλη συναισθηματική ποιότητα στην έκφραση του χαρακτήρα.»
Ο Χάρλοου εξηγεί, «Τα χέρια του είναι ουσιαστικά σαν να προηγούνται αυτού, είναι σαν να κινείται διά της αφής. Μπορεί να μοιάζει εύκολο εγχείρημα, αλλά είναι πολυσύνθετο, γιατί πρέπει να «μεταμορφώσεις» τα δάχτυλα και να τα κάνεις να δείχνουν λεπτά και μακριά... Για να το καταφέρεις όμως, αυτό, πρέπει να προσθέσεις όγκο και υλικό, και να τα κάνεις αρκετά σταθερά ώστε να μην κάμπτονται όταν αγγίζει αντικείμενα... διαφορετικά χάνεις το πλεονέκτημα της ψευδαίσθησης.»
«Τα χέρια πραγματικά βοήθησαν πολύ στο «χτίσιμο» του χαρακτήρα,» τονίζει ο Ντεπ, «αν και ομολογώ ότι δυσκολεύτηκα λίγο να μάθω να τα χρησιμοποιώ, δεδομένου ότι ήταν κατά 7,5 εκατοστά μακρύτερα. Μου πήρε λίγο χρόνο μέχρι να το συνηθίσω, αλλά τελικά τα κατάφερα και πιστεύω ότι βοήθησε πάρα πολύ στο να αποδώσουμε έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα.»
Ο Γκράχαμ Κινγκ λέει, «Ο Τζόνι μπήκε από την πρώτη στιγμή στο πετσί του ρόλου. Και μόνο να σκεφτεί κανείς τις ώρες που περνούσε καθημερινά στο μακιγιάζ, καταλαβαίνει με πόση αφοσίωση ρίχτηκε σε αυτό τον ρόλο. Ο Μπάρναμπας λέει και κάνει κάποια πράγματα που είναι κάπως απόκοσμα, η ερμηνεία όμως, του Τζόνι είναι τόσο πειστική που σε κάνει να θεωρείς ότι είναι τα πιο φυσικά πράγματα στον κόσμο. Δεν υπάρχει ηθοποιός που να μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα τέτοιους ρόλους από αυτόν.»

“Ο μόνος πραγματικός πλούτος είναι η οικογένεια.”

Όταν ο Βαρνάβας επιστρέφει στην έπαυλη Κόλινγουντ, η μόνη που γνωρίζει την πραγματική του ταυτότητα – και το γεγονός ότι πλέον είναι βρικόλακας – είναι η επικεφαλής πλέον της οικογένειας Ελίζαμπεθ Κόλινς Στόνταρντ. Παρουσιάζοντας τον στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας ως μακρινό συγγενή, αποδίδει την μάλλον παράξενη για τα δικά τους δεδομένα συμπεριφορά στο γεγονός ότι η καταγωγή του είναι από την Αγγλία.
«Νομίζω ότι ο Μπάρναμπας ταυτίζεται κατά κάποιο τρόπο με την Ελίζαμπεθ,» λέει ο Ντεπ, «δεδομένου ότι και εκείνη προσπάθησε να καθαρίσει το όνομα της οικογένειας και επιδεικνύει τον ίδιο ζήλο μ’ εκείνον προκειμένου να αποκαταστήσει τη φήμη και την κοινωνική θέση της οικογένειας.»
Η Μισέλ Φάιφερ, που πρωταγωνιστεί στον ρόλο της Ελίζαμπεθ, προσθέτει, «Το να κρατά κανείς τα προσχήματα για εκείνην είναι πολύ σημαντικό. Είναι πολύ υπερήφανη και υπερπροστατευτική με το όνομα της οικογένειας, παρά τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες που αντιμετώπισαν οι Κόλινς. Όλοι τους είναι κάπως παράξενοι, αλλά νομίζω ότι κανείς τους δεν μπορεί να αντιληφθεί πόσο παράξενοι είναι τελικά.»
Η Φάιφερ αποκαλύπτει πως όταν έμαθε τα σχέδια του Τιμ Μπάρτον να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη την αγαπημένη σειρά της νιότης της, «ενθουσιάστηκα και έκανα κάτι που δεν κάνω ποτέ: του τηλεφώνησα και του ζήτησα έναν ρόλο στην ταινία. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε καν σενάριο, οπότε του είπα ‘Δεν ξέρω αν υπάρχει έστω και κάτι για μένα, αλλά θέλω να ξέρεις ότι είμαι μεγάλη φαν της σειράς’. Ήξερα ότι αν δεν το έκανα αυτό, θα τα έβαζα με τον εαυτό μου, γιατί ήθελα πραγματικά πολύ έναν ρόλο.»
Ο Μπάρτον, που σκηνοθέτησε την Φάιφερ πριν από 20 χρόνια στην ταινία “Batman Returns” λέει σχετικά, «Χάρηκα πάρα πολύ που θα ενσάρκωνε τον ρόλο της Ελίζαμπεθ, γιατί δόθηκε ψυχή τε και σώματι και αυτό θα την έκανε πάρα πολύ πραγματική σε έναν τόσο εξωπραγματικό κόσμο. Ήταν η ιδανική για τον ρόλο της επικεφαλής της οικογένειας, καθώς όλοι οι νεότεροι ηθοποιοί την θαυμάζουν απεριόριστα.»
Κι ενώ η Ελίζαμπεθ προσπαθεί με νύχια και με δόντια να κρατήσει την οικογένεια Κόλινς στο ύψος της, υπάρχει ένα άλλο πρόσωπο που κάνει το παν για να την κατακρημνίσει: μια μάγισσα ονόματι Ανζελίκ Μπουσάρ, που κατά τον 20ο αιώνα είναι γνωστή ως Άντζι. «Πριν από πάρα πολλά χρόνια, η Ανζελίκ πληγώθηκε από τον Μπάρναμπας και δεν το ξεπέρασε ποτέ,» λέει ο Μπάρτον. «Όλοι έχουμε βιώσει τέτοιες σχέσεις και όλοι καταλαβαίνουμε πόσο δύσκολο είναι να το ξεπεράσει κανείς, αλλά εκείνη φτάνει στα άκρα, παρόλο που έχουν περάσει κυριολεκτικά αιώνες από τότε.»
Η Εύα Γκριν πρωταγωνιστεί στον ρόλο της γυναίκας που ξέρει πώς είναι να κρατάει μίσος και κακία για μια ολόκληρη ζωή. «Ζει τα πάντα στον υπερθετικό βαθμό – τον πόνο, τον πόθο, την εκδίκηση,» εξηγεί η ηθοποιός. «Είναι ένας εξωφρενικός χαρακτήρας, αλλά εγώ τουλάχιστον δεν την θεωρώ σατανική. Πληγώθηκε ανεπανόρθωτα, έτσι όταν επανεμφανίζεται ο Μπάρναμπας, η Ανζελίκ δεν μπορεί να το διαχειριστεί. Είναι πιο ισχυρή από ποτέ, κι όμως είναι εξαιρετικά τρωτή γιατί ο Μπάρναμπας είναι η αχίλλειος πτέρνα της. Είναι πεπεισμένη ότι και εκείνος την αγαπάει παράφορα αλλά δεν θέλει να το παραδεχτεί. Θέλει να τον κάνει δικό της, να τον κατακτήσει ολοκληρωτικά.»
«Η Εύα ήταν η πρώτη ηθοποιός που σκέφτηκα για τον ρόλο της Ανζελίκ,» λέει ο Μπάρτον. «Ήταν μεγάλη χαρά για μένα το γεγονός ότι ενσάρκωσε τον συγκεκριμένο ρόλο γιατί του προσέδωσε πολύ περισσότερα στοιχεία απ’ όσα θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ. Είχε καταπληκτικές ιδέες, ήταν ευχάριστη στη συνεργασία και με εξέπληττε καθημερινά.»
«Ανέκαθεν θαύμαζα τη δουλειά του Τιμ,» λέει η Γκριν. «Είναι εξαιρετικά δημιουργικός και παράλληλα ανοιχτός σε νέες προτάσεις. Ένας ηθοποιός δεν μπορεί να ζητήσει κάτι παραπάνω. Είχαμε την ίδια άποψη και προσέγγιση σε ό,τι αφορούσε την Ανζελίκ. Δεν την διαχειρίστηκε ποτέ ως μία μονοδιάστατη σατανική γυναίκα. Κατάλαβε τον πόνο που βίωνε.»



Η Ανζελίκ είναι μια γυναίκα που το πέρασμα του χρόνου την άλλαξε. Τον 18ο αιώνα, η Ανζελίκ ήταν μια μελαχρινή υπηρέτρια. Ως Άντζι όμως, είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Angel Bay και μια πολύ επιτυχημένη ξανθιά γυναίκα καριέρας. «Ο Τιμ την ήθελε να ενσαρκώνει το Αμερικανικό Όνειρο,» λέει η Γκριν. «Τα πάντα πάνω της είναι τέλεια, υπερβολικά τέλεια: το μακιγιάζ της, τα κόκκινα χείλη της, τα πλατινέ μαλλιά της... Είναι λαμπερή και σοφιστικέ. Σιγά-σιγά όμως, από τη στιγμή που Μπάρναμπας απελευθερώνεται από τον τάφο της, η ‘βιτρίνα’ που έχει κατασκευάσει αρχίζει να γκρεμίζεται.»
Και σαν να μην έφτανε αυτό, η Ανζελίκ συνειδητοποιεί ότι χάνει τον Μπάρναμπας από την ίδια γυναίκα για δεύτερη φορά. Η νέα νταντά των Κόλινς, η Βικτόρια Γουίντερς, θυμίζει εξαιρετικά την αγαπημένη του Μπάρναμπας, Τζοσέτ ΝτυΠρέ, τη γυναίκα που πριν από δύο αιώνες κέρδισε την καρδιά του και πλήρωσε γι’ αυτό με τη ζωή της.
«Τη στιγμή που ο Βαρνάβας αντικρίζει την Βικτόρια, αναζωπυρώνονται τα αισθήματα που έτρεφε για την Τζοσέτ,» λέει ο Γκράχαμ-Σμιθ. «Η Βίκι από την πλευρά της, δεν μπορεί να εξηγήσει την παράξενη έλξη που νιώθει γι’ αυτόν. Νιώθει σχεδόν από την πρώτη στιγμή μια παράξενη οικειότητα με τον Μπάρναμπας.»
Όταν φτάνει η Βικτόρια στο Κόλινσπορτ, οι θεατές έχουν την αίσθηση ότι προσπαθεί να ξεφύγει από το παρελθόν της. «Σίγουρα κουβαλάει πολλά πράγματα τα οποία προσπαθεί να κρύψει,» επιβεβαιώνει η Μπέλα Χίθκοουτ, που στην ταινία ενσαρκώνει τόσο τον ρόλο της Τζοσέτ όσο και της Βικτόρια. «Προσπαθεί να προστατέψει τον εαυτό της και δεν προτίθεται να χαρίσει σε κανέναν την καρδιά της με την ευκολία που το κάνει η Τζοσέτ. Είναι πολύ πιο εσωστρεφής σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής της και όπως τελικά αποδεικνύεται έχει κάθε λόγο να είναι.»
Ο Μπάρτον αποκαλύπτει, «Είναι προφανές ότι η Βικτόρια έχει τα δικά της μυστικά και η Μπέλα έχει την ικανότητα να το αποδώσει αυτό σε έναν ρόλο. Έχει κάτι το μυστηριώδες, κάτι που δεν μπορείς να εξηγήσεις με λόγια, αλλά από την πρώτη στιγμή που την είδα είπα ότι η Μπέλα είναι η Βικτόριά μου.»
Στον Κόλινγουντ όμως, υπάρχει και μια ακόμα γυναίκα που έλκεται από τον Βαρνάβα, αν και το ενδιαφέρον αυτής είναι καθαρά επαγγελματικό. Η Έλενα Μπόναμ Κάρτερ ενσαρκώνει την δρα Τζούλια Χόφμαν, μια ψυχίατρο που έχει κληθεί να παρακολουθήσει το νεότερο μέλος της οικογένειας Κόλινς, τον Ντέιβιντ, μετά τον τραγικό θάνατο της μητέρας του. Υποτίθεται ότι θα παρέμενε στην έπαυλη για έναν μήνα. Πριν τρία χρόνια. Δεδομένου αυτού, η δρ Χόφμαν εγκαταστάθηκε μόνιμα στην έπαυλη, όπου μπορεί και απολαμβάνει αφειδώς οινοπνευματώδη.
Η Μπόναμ Κάρτερ λέει, «Νομίζω ότι έχει πάψει να είναι ευπρόσδεκτη στην οικεία Κόλινς προ πολλού. Ξαφνικά λοιπόν, εμφανίζεται αυτός ο Μπάρναμπας, ο οποίος είναι υποτίθεται μακρινός συγγενής. Η δρ Χόφμαν έχει να το λέει ότι μπορεί να ‘διαβάσει’ τους ανθρώπους. Από την πρώτη στιγμή τον αντιμετωπίζει με καχυποψία – και μάλλον δικαιολογημένα – καθώς πιστεύει ότι δεν είναι αυτός που ισχυρίζεται ότι είναι.»
«Η Έλενα είναι νεότερη από την ηρωίδα,» τονίζει ο Μπάρτον, «αλλά το στυλ της ταιριάζει απόλυτα στον ρόλο. Δεν ξέρω κατά πόσο την κολάκευσε το γεγονός ότι της προτάθηκε ένας ρόλος μιας ηλικιωμένης, αλκοολικής ψυχιάτρου, αλλά κάποιος έπρεπε να τον ενσαρκώσει κι αυτόν, έτσι δεν είναι;» λέει γελώντας.
«Αρχικά σκέφτηκα ότι μπορεί να μου πρότεινε τον ρόλο της σέξι μάγισσας, αλλά τελικά μου πρότεινε τον ρόλο της Δρ. Χόφμαν, πράγμα που θεώρησα... μμμμμ... ενδιαφέρον,» λέει με χιουμοριστική διάθεση. «Είναι σπουδαίος ρόλος και το στυλ της είναι πραγματικά ξεκαρδιστικό: έντονα πορτοκαλί μαλλιά και γελοίες βλεφαρίδες... Πραγματικά τον λάτρεψα αυτόν τον ρόλο, άρα δεν μπορούσα παρά να τον δεχτώ.»
Η δρ Χόφμαν όμως, δεν είναι η μόνη που έχει μια ιδιαίτερη τάση προς το αλκοόλ. Ο Τζάκι Ερλ Χέιλι ανέλαβε τον ρόλο του επιστάτη του Κόλινγουντ, Γουίλι Λούμις, ο οποίος πρέπει να καταφέρει το ακατόρθωτο: να προσπαθήσει μόνος του να συντηρήσει την καταπονημένη έπαυλη... Πράγμα, που τελικά δεν καταφέρνει.
«Ήθελα πολύ να συνεργαστώ με τον Τζάκι,» λέει ο Μπάρτον, «και αυτή πιστεύω ότι ήταν η καταλληλότερη ευκαιρία. Είναι πάρα πολύ αστείος και σου δίνει την αίσθηση ότι είναι βγαλμένος από τον κόσμο του “Dark Shadows”.»
Περιγράφοντας τον χαρακτήρα που υποδύεται, ο Χέιλι λέει, «Τον Γουίλι θα μπορούσα να τον περιγράψω ως στραβόξυλο. Αδιαφορεί για τα πάντα. Κατά έναν παράξενο τρόπο, απολαμβάνει τη δυσλειτουργία που χαρακτηρίζει την οικογένεια Κόλινς. Ζουν σε μια υπέροχη αλλά υπό κατάρρευση παλιά έπαυλη, και εξακολουθούν να παριστάνουν τους πλούσιους ευγενείς. Και ο Γουίλι δεν έχει κανένα πρόβλημα να παριστάνει τον υπηρέτη τους. Από τη στιγμή που έχει ένα κρεβάτι για να κοιμηθεί, κάποιες ώρες την ημέρα για τον εαυτό του και ένα σίγουρο μέρος για να πιει, είναι μια χαρά. Όταν όμως, θα εμφανιστεί ο Μπάρναμπας, ο Γουίλι θα αποκτήσει νέο σκοπό. Και αυτή η δυναμική είναι συναρπαστική.»
Υπάρχει βέβαια, και κάποιος στο σπιτικό των Κόλινς που δεν θέλει να έχει καμία σχέση με τον μακρινό συγγενή: η 15χρονη κόρη της Ελίζαμπεθ, Κάρολιν, που ενσαρκώνει η Κλόι Γκρέις Μόρετζ. Η πρώτη εντύπωση που θα σχηματίσει η Κάρολιν για τον Μπάρναμπας είναι με μία λέξη «περίεργος». Και όταν εκείνος θα ζητήσει τη συμβουλή της για το πώς να γοητεύσει μια γυναίκα της σύγχρονης εποχής, και ειδικότερα την Βικτόρια, η συζήτησή τους απλά θα ενισχύσει την αρχική της άποψη.
Η Μόρετζ λέει, «Η ηρωίδα που υποδύομαι είναι μια εκκεντρική έφηβη της δεκαετίας του ’70. Θέλει να διαφέρει από την υπόλοιπη οικογένειά της. Κλείνοντας τα 16 σκοπεύει να φύγει για τη Νέα Υόρκη και εκεί να κάνει αυτό που θέλει.»
«Η Κλόι απέδωσε από την πρώτη στιγμή υπέροχα την ανήσυχη έφηβη. Δεν πιστεύω ότι ταυτίζεται με τον ρόλο σε αυτό το επίπεδο, αλλά τα κατάφερε υπέροχα,» λέει ο Μπάρτον. «Κατάφερε να αποδώσει την εσωτερική οργή και το αίσθημα της μοναξιάς και της απομόνωσης – αυτό που βιώνουμε όλοι στη μετάβασή μας από την παιδική ηλικία στο επόμενο στάδιο.»
Ο μικρότερος ξάδερφος της Κάρολιν, ο Ντέιβιντ, δεν έχει πάντως την ίδια άποψη με εκείνη για τον Μπάρναμπας. Χωρίς να γνωρίζει το γιατί, ο 10χρονος νιώθει μια παράξενη οικειότητα με τον μακρινό Άγγλο συγγενή τους. Ίσως επειδή ο Μπάρναμπας είναι ο μόνος που δεν τον επικρίνει όταν ισχυρίζεται ότι μιλάει με το πνεύμα της νεκρής μητέρας του.
Ο Γκάλι ΜακΓκράθ που ενσαρκώνει τον Ντέιβιντ λέει, «Ανέκαθεν ένιωθε ότι ήταν μόνος του, ακριβώς επειδή όλοι τον αντιμετωπίζουν σαν τρελό. Δεν πιστεύουν ότι μπορεί να επικοινωνήσει με το πνεύμα της μητέρας του και ότι τον προστατεύει παρόλο που είναι νεκρή.»
«Ο Γκάλι είναι από τα παιδιά που σε πείθουν ότι μπορούν να δουν φαντάσματα,» λέει ο σκηνοθέτης. «Έχει την ανάλογη συμπεριφορά. Αυτό δεν μπορείς να το υποδείξεις ή να το εξηγήσεις σε έναν ηθοποιό, πρέπει να το έχει.»
Ο πατέρας του Ντέιβιντ, Ρότζερ Κόλινς, δεν βοηθά καθόλου την κατάσταση του Ντέιβιντ, δεδομένου ότι είναι ο απόλυτος νάρκισσος που αδιαφορεί πλήρως για το παιδί του. «Είναι ένας κενός άνθρωπος,» παραδέχεται ο Τζόνι Λι Μίλερ, που ενσαρκώνει τον ρόλο του Ρότζερ. «Πιστεύω ότι στο παρελθόν υπήρξε στοργικός πατέρας, αλλά μετά τον θάνατο της γυναίκας του άλλαξαν τα πάντα. Για να είμαστε ειλικρινείς, δεν είναι και ο καλύτερος άνθρωπος που θα μπορούσε να συναντήσει κανείς.»
«Ο Ρότζερ είναι το μαύρο πρόβατο της οικογένειας,» προσθέτει ο Μπάρτον. «Το παρελθόν του έχει σημαδευτεί από τραγικά γεγονότα – πρώτα έχασε τη γυναίκα του και τώρα ο γιος του βλέπει φαντάσματα – αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για έναν γλοιώδη άνθρωπο. Έχει αυτόν τον γελοίο αέρα του ’70. Είναι ίσως ο μοναδικός απ’ όλους τους χαρακτήρες που πραγματικά απολαμβάνει την εποχή του: τις γυναίκες, τη μόδα, τα μεγάλα πέτα,» λέει γελώντας. «Ο Τζόνι πάντως κατάφερε αμέσως να αποδώσει αυτή τη νοοτροπία.»
Χωρίς χρόνο για πρόβες πριν την έναρξη των γυρισμάτων, ο Μπάρτον βρήκε τον τρόπο να βάλει όλους τους πρωταγωνιστές του στο πνεύμα των ρόλων τους. Τους συγκέντρωσε σε ένα φωτογραφικό στούντιο για να «αναβιώσουν» τη διάσημη φωτογραφία με το καστ της τηλεοπτικής σειράς παραταγμένο στο φουαγιέ της έπαυλης Κόλινγουντ.
Ο Μπάρτον θυμάται χαρακτηριστικά, «Μία μέρα πριν το γύρισμα, έβαλαν όλοι τα κοστούμια τους και φωτογραφήθηκαν όπως το αρχικό καστ της σειράς. Ήταν καταπληκτικό. Μέσα σε 30 δευτερόλεπτα, όλοι μπήκαν στο πετσί του ρόλου τους. Ήταν νομίζω, ο καλύτερος τρόπος για να συντονιστούν όλοι οι ηθοποιοί.»

Δείξε το πρόσωπό σου, μικρή τραγουδίστρια!

Στην ταινία, οι θεατές θα έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν cameo εμφανίσεις γνωστών ηθοποιών. Σε μια από τις βασικές σκηνές, εμφανίζεται ο Κρίστοφερ Λι, που έχει συμμετάσχει σε τέσσερις ταινίες του Τιμ Μπάρτον. Στο “Dark Shadows” ενσαρκώνει τον ντόπιο ψαρά Σίλα Κλάρνεϊ, που καταλήγει δέσμιος των υπνωτικών δυνάμεων του Μπάρναμπας. Ο Ντεπ λέει, «Ο Κρίστοφερ Λι δεν είναι μόνο πρότυπο υποκριτικής για μένα, αλλά και ένας άνθρωπος που θεωρώ φίλο και μέντορά μου. Όπως καταλαβαίνετε, ήταν καταπληκτικό που μας έκανε την τιμή να παίξει αυτόν τον ρόλο.»
Καθώς η πειθώς του Μπάρναμπας αρχίζει να αποκαθιστά τα πλούτη της οικογένειας, αποφασίζει ότι ήρθε η στιγμή να οργανώσει έναν μεγάλο χορό, ή πιο δόκιμα για την εποχή ένα “Happening”. Το Μεγάλο Φουαγιέ του Κόλινγουντ μεταμορφώνεται λοιπόν σε μια ξέφρενη ντίσκο, με μπάλα-καθρέφτη, strobe-lights και χορευτές μέσα σε κλουβιά.
Όλοι οι κάτοικοι του Κόλινσπορτ ανταποκρίνονται στο κάλεσμα. Μεταξύ αυτών είναι και τέσσερις καλεσμένοι οι οποίοι επιστρέφουν στην έπαυλη Κόλινγουντ μετά από πολλά χρόνια: ο Τζόναθαν Φριντ, η Λάρα Πάρκερ, η Κάθριν Λι Σκοτ και ο Ντέιβιντ Σέλμπι, όλοι αγαπημένοι πρωταγωνιστές της τηλεοπτικής σειράς. «Ήταν καταπληκτικό που τους είχαμε κοντά μας,» δηλώνει ο Μπάρτον. «Όλοι ήθελαν να φωτογραφηθούν μαζί τους. Και μόνο που ήρθαν και τρόπον τινά «ευλόγησαν» το πλατό, ήταν συναρπαστικό.»
Στο «happening» εμφανίζεται και ο θρύλος της ροκ Alice Cooper, που μάλλον πιάνει εξ απήνης τον Μπάρναμπας, καθώς από το όνομά του, είχε κρίνει ότι επρόκειτο για γυναίκα.
Ο Μπάρτον λέει, «Ο Alice Cooper μεσουρανούσε εκείνη την εποχή και έδωσε διαφορετικό τόνο στην ταινία. Το τρομακτικό είναι ότι από τότε μέχρι σήμερα δεν έχει αλλάξει καθόλου. Συγκεκριμένα, είχαμε ένα τεύχος του Rolling Stone εκείνης της εποχής, με τον Alice Cooper εξώφυλλο και μπορώ να σας πω ότι σήμερα είναι καλύτερος απ’ ό,τι ήταν τότε. Αυτό είναι πραγματικά παράξενο,» λέει εντυπωσιασμένος.
Και ο Cooper όμως, απόλαυσε το ταξίδι στον χρόνο και την ευκαιρία να συνεργαστεί με τον Μπάρτον και τον Ντεπ. «Πάντα μου άρεσαν οι δουλειές του Τιμ,» λέει. «Έχουμε κοινά βιώματα και μας αρέσουν οι ίδιες ταινίες τρόμου. Επίσης, πάντα πίστευα ότι ο Τζόνι είναι ο άνθρωπος με τα χίλια πρόσωπα. Δεν ξέρω κανέναν άλλο ηθοποιό που να το καταφέρνει με τέτοια αρτιότητα.»
Στο «Happening» ο Cooper ερμηνεύει τις επιτυχίες “Ballad of Dwight Fry” και “No More Mr. Nice Guy”. Ο Μπάρτον αποφάσισε να βάλει και άλλα τραγούδια από τη συγκεκριμένη δεκαετία όπως τα “Nights in White Satin” των Moody Blues, το “Season of the Witch” του Donovan, το “Superfly” του Curtis Mayfield, το “Crocodile Rock” του Elton John και το “Top of the World” των Carpenters.
«Μιλάμε για πραγματικά σπουδαία κομμάτια,» λέει ο Ζάνουκ. «Ο Ντάνι Έλφμαν συνέθεσε καταπληκτική μουσική ενώ τα κομμάτια που ακούγονται βοηθούν στο να δοθεί ο κατάλληλος τόνος στην ταινία. Συντελούν στην χρονική τοποθέτηση της ταινίας ενώ εξυπηρετούν και το συναίσθημα που ήθελε να περάσει ο Τιμ.»
Ο Ντάνι Έλφμαν συνεχίζει, «Ήξερα ότι οι σημαντικές και δραματικές σκηνές έπρεπε να επενδυθούν μουσικά με έναν πιο θεατρικό τρόπο. Το ωραιότερο όμως, για μένα ήταν ότι βυθίστηκα στη ρετρό μουσική παλέτα που είχε φανταστεί ο Τιμ. Ήθελε μια μουσική επένδυση που να έχει ως σημεία αναφοράς και την τηλεοπτική σειρά αλλά και τις ταινίες τρόμου του ’70. Γι’ αυτό και η μουσική είναι μινιμαλιστική, απόκοσμη και ατμοσφαιρική, με αποκλειστικά ηλεκτρονικό ήχο και κάποια μεμονωμένα σόλο οργάνων που λειτουργούν ως οδηγοί της μελωδίας.»

“Καλώς ήλθατε στο Κόλινγουντ.
Καλύτερα να μας φανταστείτε σε μια καλύτερη μέρα.”

Τα σκηνικά και τα κοστούμια στο “Dark Shadows” αποτυπώνουν δύο διαφορετικούς αιώνες, με τα περισσότερα να είναι αποτέλεσμα πραγματικής δουλειάς και όχι οπτικών εφέ. Ο Μπάρτον σχολιάζει, «Μετά το ‘Alice in Wonderland’, που γυρίστηκε όλο με green screen, ήταν ωραία εμπειρία να δουλεύουμε με πραγματικά σκηνικά. Το πραγματικό σκηνικό, με όλες τις υφές και τους φωτισμούς του ήταν σημαντικό όχι μόνο για μένα αλλά και για τους ηθοποιούς.»
Ο Ρικ Χάινριχς – που ανέλαβε τον σχεδιασμό παραγωγής – σχολιάζει, «Ο Τιμ πάντα μιλά για την αίσθηση της ταινίας, και μιλάει γι’ αυτή με συναισθηματικές αναφορές. Για εκείνον το σκηνικό είναι ένας από τους χαρακτήρες του.»
Στον πυρήνα της ιστορίας βρίσκονται τα απομεινάρια της αυτοκρατορίας των Κόλινς: η πόλη Κόλινσπορτ και το πατρογονικό Κόλινγουντ. Και τα δύο σκηνικά ήταν δύσκολο να υλοποιηθούν όχι μόνο σε επίπεδο κλίμακας αλλά και δεδομένου ότι έπρεπε να υποστούν πολλές αναπλάσεις κατά τη διάρκεια της ταινίας.
«Αρχικά βλέπουμε το Κόλινσπορτ σαν μια παρθένα ακτογραμμή του Μέιν, την οποία εντοπίζει η οικογένεια Κόλινς. Αργότερα, βλέπουμε να εξελίσσεται σε πόλη ψαράδων,» εξηγεί ο Χάνριχς. «Παρατηρούμε το Κόλινγουντ στα καλύτερά του – κατά τη διάρκεια της ακμής των Κόλιν – μετά από δύο αιώνες σχεδόν υπό κατάρρευση και τέλος ανακαινισμένο. Ήταν πολύ απαιτητικό εγχείρημα, γιατί κάποιες μέρες γυρίζαμε 1972 και κάποιες άλλες 1750.»
Για το Κόλινσπορτ, οι δημιουργοί αρχικά σκέφτηκαν να βρουν ένα πραγματικό ψαροχώρι, είτε στο Ηνωμένο Βασίλειο είτε στο Μέιν. Ο Χάινριχς λέει, «Κοιτάξαμε πολλές φωτογραφίες. Αναζητήσαμε ιδανικές τοποθεσίες σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά ήταν προφανές ότι δεν μπορούσαμε να βρούμε ένα ψαροχώρι που να πληρεί τις προϋποθέσεις που είχαμε θέσει. Υπήρχαν πολλά συγκεκριμένα προαπαιτούμενα στοιχεία που καθιστούσαν την κατασκευή του μονόδρομο.»
Ο Χάινριχς και η ομάδα του κατασκεύασαν το Κόλινσπορτ του 1972 από το μηδέν στα Pinewood Studios, αξιοποιώντας τις υπάρχουσες εγκαταστάσεις και «επιστρατεύοντας» το green screen. «Αυτό μας επέτρεψε να έχουμε ακριβώς αυτό που θέλαμε δίνοντας μας ταυτόχρονα και τον πλήρη έλεγχο της κατάστασης,» σχολιάζει.
Βασικό χαρακτηριστικό επίσης του Κόλινσπορτ είναι και τα δύο αντίπαλα κονσερβοποιεία: στη μία πλευρά του όρμου βρίσκεται το Angel Bay, που αποτελείται από ένα σύνολο κόκκινων και λευκών ξύλινων κτισμάτων και στην άλλη, ακριβώς απέναντί του, βρίσκεται το ερειπωμένο κονσερβοποιείο των Κόλινς, το οποίο κατά τη διάρκεια της ταινίας βλέπουμε να ανακαινίζεται.
Τα κονσερβοποιεία δεν ήταν απλά προσόψεις: διέθεταν κανονικό εξοπλισμό που η παραγωγή πήρε από πραγματικά κονσερβοποιεία. Τα γραφεία της Angel Bay κατασκευάστηκαν και αυτά στα Pinewood Studios.
Πέρα από το νερό, κατασκευάστηκαν δρόμοι με διάφορα καταστήματα και κτίρια, μεταξύ των οποίων και το Blue Whale Tavern, ένα κατάστημα οικιακών συσκευών, καταστήματα με ναυτικά είδη, καταστήματα ρουχισμού, ένα εστιατόριο, ένα εργαστήριο ταρίχευσης και έναν κινηματογράφο, στον οποίο προβάλλονταν οι ταινίες “Deliverance,” “A Clockwork Orange,” και “Super Fly.”
«Ήταν μοναδικό,» λέει η Μισέλ Φάιφερ. «Θα μπορούσα να μείνω εκεί αρκετές μέρες. Ήταν ένα από τα πιο εντυπωσιακά πλατό που έχω δει ποτέ μου.»
Ψηλά στον λόφο και σε επιβλητική θέση, βρίσκεται η έπαυλη Κόλινγουντ. Για τον σχεδιασμό του εξωτερικού της έπαυλης, ο Μπάρτον και ο Χάινριχς εμπνεύστηκαν από την έπαυλη που χρησιμοποιήθηκε στην τηλεοπτική σειρά – μια πραγματική κατοικία στο Νιούπορτ. Ο Μπάρτον λέει χαρακτηριστικά, «Ως σύνολο, το δικό μας σπίτι είναι μεγαλύτερο, αλλά σίγουρα θυμίζει αυτό της σειράς.»
«Την έπαυλη την κατασκευάσαμε εξ αρχής για τους δικούς μας λόγους,» λέει ο Χάινριχς. «Σίγουρα όσοι έβλεπαν τη σειρά θα εντοπίσουν διαφορές στην αρχιτεκτονική, και ειδικότερα στον κεντρικό πυργίσκο. Η κατοικία έπρεπε να εκπέμπει κάτι το τρομακτικό, να αποπνέει γοητεία και να αντηχεί τη χαμένη του δόξα.»
Οι εσωτερικοί χώροι της έπαυλης κατασκευάστηκαν στα πλατό των Pinewood Studios. «Θέλαμε να δώσουμε την αίσθηση μιας μεγαλοπρεπούς κατοικίας που έχει ζήσει δύσκολα χρόνια,» λέει ο Χάνρινχς. «Για να το καταφέρουμε αυτό, χρειάστηκε να δουλέψουμε τη λεπτομέρεια στο εσωτερικό του σπιτιού. Την πρώτη φορά που μπαίνει ο Μπάρναμπας στο σπίτι, αγγίζει διάφορα πράγματα, χαϊδεύει τα αγάλματα και σχολιάζει το πόσο περίτεχνα είναι. Για να ανταποκρίνονται τα λόγια του στην πραγματικότητα, καταβάλαμε μεγάλη προσπάθεια προκειμένου να δημιουργήσουμε ένα εξαιρετικά λεπτομερές περιβάλλον.»
Δεδομένης της εγγύτητας του Κόλινγουντ στη θάλασσα και του παρελθόντος της οικογένειας στον χώρο της αλιείας, ο Χάινριχς προέβλεψε στον σχεδιασμό τόσο του εξωτερικού όσο και του εσωτερικού χώρου στοιχεία που μαρτυρούν την θαλασσινή κληρονομιά των Κόλινς: γοργόνες, ψάρια, θαλασσινά μοτίβα απαντώνται σε διάφορα σημεία του σπιτιού καθώς και στα έπιπλα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι δύο ιππόκαμποι στο τζάκι καθώς και τα αγάλματα του Ποσειδώνα.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά σκηνικά είναι αυτό του Μεγάλου Φουαγιέ, του οποίου το δάπεδο κοσμείται από ένα μοτίβο που θυμίζει κύματα, κάτω από τον υπέροχο κρυσταλλένιο πολυέλαιο. Το σκηνικό συμπληρώνουν πορτρέτα μελών της οικογένειας Κόλινς, συμπεριλαμβανομένων και αυτών του Μπάρναμπας και των γονιών του.
Ένα δωμάτιο του Κόλινγουντ στεγάζει και μια κρύπτη, την οποία γνωρίζει μόνο ο Μπάρναμπας και η οποία είναι προσβάσιμη μόνο μέσω μιας κρυφής πόρτας πίσω από το τζάκι του δωματίου ζωγραφικής.
Ο Χάινριχς σχεδίασε και πολλά υπνοδωμάτια, μεταξύ αυτών και το εξάγωνο δωμάτιο της Κάρολιν, με τους μοβ και γεμάτους αφίσες των Iggy Pop, Jimi Hendrix, Janice Joplin, T. Rex και Alice Cooper τοίχους. Ο σχεδιαστής λέει χαρακτηριστικά, «κάθε δωμάτιο έπρεπε ουσιαστικά να αποκαλύπτει πράγματα για τον ένοικό του. Το δωμάτιο της Κάρολιν ήθελα να βρίσκεται ψηλά. Ένιωσα ότι το καλύτερο σημείο θα ήταν να το τοποθετήσω στην κορυφή του πυργίσκου που βρίσκεται πάνω από την είσοδο της κατοικίας.»
Ο Μπάρτον ήθελε η ταινία να αντανακλά την ατμόσφαιρα της δεκαετίας στην οποία διαδραματίζεται, και αυτό το έργο το ανέθεσε στον διευθυντή φωτογραφίας Μπρούνο Ντελμπονέλ. Ο Μπάρτον λέει, «Συζητήσαμε πολύ για το πώς ήταν οι ταινίες της εποχής, για τα χρώματά τους, για την αίσθηση που αποπνέουν. Πραγματικά απόλαυσα τη συνεργασία μας.»



Για τα κοστούμια των δύο τόσο διαφορετικών αιώνων, ο Μπάρτον ζήτησε τη βοήθεια της σχεδιάστριας Κολίν Άτγουντ. «Έχω συνεργαστεί μαζί της πολλές φορές,» λέει ο σκηνοθέτης. «Τη θεωρώ πραγματική καλλιτέχνη. Προσπαθεί πάντα να μπει στην ψυχοσύνθεση του κάθε χαρακτήρα. Προσπαθήσαμε να παραμείνουμε πιστοί στο πνεύμα της εποχής, που επέβαλε στυλιστικές ακρότητες, χωρίς όμως να γελοιοποιήσουμε τα κοστούμια.»
Η Άτγουντ λέει, «ξεκίνησα την έρευνά μου από τον 18ο αιώνα γιατί απαιτούσε περισσότερο χρόνο. Μετά εξέτασα κατά αντιπαραβολή τις δύο εποχές προκειμένου να βρω κοινά σημεία και ενσωμάτωσα στοιχεία και από τις δύο για να καταλήξω στο τελικό αποτέλεσμα.»
«Η προσέγγισή της ήταν πραγματικά μοναδική,» λέει ο Ντεπ. «Από τη στιγμή που φορούσες το κοστούμι, ένιωθες διαφορετικά. Κατάφερα να ανακαλύψω ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο του χαρακτήρα του Μπάρναμπας από τη στιγμή που είδα τα κοστούμια.»
Στα κοστούμια του Μπάρναμπας, η Άτγουντ διατήρησε την γοτθική αίσθηση του 18ου αιώνα και στα κοστούμια του ’70. «Ήθελα να διατηρήσω την κομψότητα του παρελθόντος,’ εξηγεί. «Η κάπα του Μπάρναμπας θυμίζει την κάπα του πρωταγωνιστή της τηλεοπτικής σειράς, αλλά φέρει κάποιες διαφορές.»
Για το πνεύμα της Τζοσέτ, η Άτγουντ σχεδίασε ένα φόρεμα – αντίγραφο κοστουμιού του 18ου αιώνα. Το υλικό που χρησιμοποίησε ήταν νάιλον το οποίο είχε υποστεί ειδική επεξεργασία με αλουμίνιο και είχε διακοσμηθεί με κορδέλες. Όπως απεδείχθη ήταν εντυπωσιακό μέσα στο νερό, πράγμα πολύ σημαντικό αφού για να προσδώσει την αερική αυτή αίσθηση, ο Μπάρτον γύρισε όλες τις αντίστοιχες σκηνές με την Χίθκοουτ να κινείται μέσα σε μια δεξαμενή νερού.
Για το υπόλοιπο καστ, η μόδα του ’70 αποτέλεσε μια γλυκιά επιστροφή στον παλιό καλό καιρό. «Το ’70 το έζησα και ομολογώ ότι τα κοστούμια ξύπνησαν μια γλυκιά νοσταλγία,» λέει ο Τζάκι Ερλ Χέιλι. «Να ξέρετε ότι αν κάποιος θέλει να επαναφέρει τις καμπάνες στη μόδα, εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα.»
Η παραγωγή ως σύνολο ξύπνησε μια γλυκιά νοσταλγία τόσο στους δημιουργούς αλλά και στους ηθοποιούς, ειδικά σε αυτούς που παρακολουθούσαν την τηλεοπτική σειρά κατά την πρώτη προβολή της.
Ο Ντέιβιντ Κένεντι λέει χαρακτηριστικά, «Η ταινία είναι ένας φόρος τιμής προς τη σειρά ενώ ταυτόχρονα αποτελεί κάτι το πραγματικά μοναδικό, πρωτότυπο και αυθεντικό.»
«Ό,τι κάναμε, το κάναμε με μεγάλο σεβασμό και προς τη σειρά και προς τον Νταν Κέρτις,» λέει ο Ντεπ. «Ελπίζω οι φανατικοί θαυμαστές της σειράς να αγκαλιάσουν την ταινία όπως την αγκαλιάσαμε κι εμείς. Και να σας πω κάτι; Πιο φανατικοί θαυμαστές της σειράς από τη Μισέλ, τον Τιμ κι εμένα δεν θα βρείτε.»
Ο Μπάρτον συνοψίζει λέγοντας, «Ήθελα να κάνω τη γραμμή ανάμεσα στο παλιό και στο καινούργιο αδιόρατη, γιατί πολύ απλά ήθελα να φτιάξω κάτι που θα έχει απήχηση και στις δύο γενιές. Οι καιροί άλλαξαν, αλλά πραγματικά πιστεύω ότι οι συγκεκριμένοι χαρακτήρες αντέχουν στον χρόνο!»


In the year 1752, Joshua and Naomi Collins, with young son Barnabas, set sail from Liverpool, England to start a new life in America. But even an ocean was not enough to escape the mysterious curse that has plagued their family. Two decades pass and Barnabas (Johnny Depp) has the world at his feet--or at least the town of Collinsport, Maine. The master of Collinwood Manor, Barnabas is rich, powerful and an inveterate playboy...until he makes the grave mistake of breaking the heart of Angelique Bouchard (Eva Green). A witch, in every sense of the word, Angelique dooms him to a fate worse than death: turning him into a vampire, and then burying him alive. Two centuries later, Barnabas is inadvertently freed from his tomb and emerges into the very changed world of 1972. He returns to Collinwood Manor to find that his once-grand estate has fallen into ruin. The dysfunctional remnants of the Collins family have fared little better, each harboring their own dark secrets. Matriarch Elizabeth Collins Stoddard (Michelle Pfeiffer) has called upon live-in psychiatrist, Dr. Julia Hoffman (Helena Bonham Carter), to help with her family troubles. Also residing in the manor is Elizabeth's ne'er-do-well brother, Roger Collins, (Jonny Lee Miller); her rebellious teenage daughter Carolyn Stoddard (Chloe Moretz); and Roger's precocious 10-year-old son, David Collins (Gulliver McGrath). The mystery extends beyond the family, to caretaker Willie Loomis, played by Jackie Earle Haley, and David's new nanny, Victoria Winters, played by Bella Heathcote.

FILMING BEGINS ON TIM BURTON’S “DARK SHADOWS”

Johnny Depp, Michelle Pfeiffer and Helena Bonham Carter head an all-star cast.

May 19, 2011 – Filming begins this week on Warner Bros. Pictures’ and Village Roadshow Pictures’ “Dark Shadows,” which brings the cult classic television series to the big screen under the direction of Tim Burton.  The film’s all-star ensemble cast includes Johnny Depp, Michelle Pfeiffer, Helena Bonham Carter, Eva Green, Jackie Earle Haley, Jonny Lee Miller, Bella Heathcote, Chloe Moretz, and newcomer Gulliver McGrath.
In the year 1752, Joshua and Naomi Collins, with young son Barnabas, set sail from Liverpool, England to start a new life in America.  But even an ocean was not enough to escape the mysterious curse that has plagued their family.  Two decades pass and Barnabas (Johnny Depp) has the world at his feet—or at least the town of Collinsport, Maine.  The master of Collinwood Manor, Barnabas is rich, powerful and an inveterate playboy…until he makes the grave mistake of breaking the heart of Angelique Bouchard (Eva Green).  A witch, in every sense of the word, Angelique dooms him to a fate worse than death: turning him into a vampire, and then burying him alive.
Two centuries later, Barnabas is inadvertently freed from his tomb and emerges into the very changed world of 1972.  He returns to Collinwood Manor to find that his once-grand estate has fallen into ruin.  The dysfunctional remnants of the Collins family have fared little better, each harboring their own dark secrets.  Matriarch Elizabeth Collins Stoddard (Michelle Pfeiffer) has called upon live-in psychiatrist, Dr. Julia Hoffman (Helena Bonham Carter), to help with her family troubles.
Also residing in the manor is Elizabeth’s ne’er-do-well brother, Roger Collins, (Jonny Lee Miller); her rebellious teenage daughter Carolyn Stoddard (Chloe Moretz); and Roger’s precocious 10-year-old son, David Collins (Gulliver McGrath).  The mystery extends beyond the family, to caretaker Willie Loomis, played by Jackie Earle Haley, and David’s new nanny, Victoria Winters, played by Bella Heathcote.
Burton is directing and producing “Dark Shadows” from a screenplay by Seth Grahame-Smith, story by John August and Grahame-Smith, based on the television series created by Dan Curtis. Also producing are Oscar® winner Richard D. Zanuck (“Alice in Wonderland,” “Driving Miss Daisy”), continuing his long association with Burton; Oscar® winner Graham King, (“Rango,” “The Departed”), continuing his collaboration with Depp; Johnny Depp, Christi Dembrowski, and David Kennedy.  The executive producers are Chris Lebenzon, Nigel Gostelow, Tim Headington, and Bruce Berman.
The behind-the-scenes creative team includes cinematographer Bruno Delbonnel, Oscar®-winning production designer Rick Heinrichs (“Sleepy Hollow”), Oscar®-winning costume designer Colleen Atwood (“Alice in Wonderland”) and editor Chris Lebenzon  (“Alice in Wonderland”).  The score will be composed by Danny Elfman.
“Dark Shadows” is being filmed entirely in England, both at Pinewood Studios and on location.

ΕΠΙΣΗΜΟ SITE :

Official site

ΑΛΛΕΣ ΠΗΓΕΣ

IMDb  http://www.imdb.com/




top of the page


ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Η Βαθμολογία μου:

Από την έναρξη των τίτλων, κάτω από τη μουσική του τραγουδιού «Nights in white satin» (που «never reaching the end») της δεκαετίας του '70, η οποία  ακολουθείται με μια αιματοχυσία εκ μέρους του βρικόλακα Τζόνι Ντεπ που έχει ζήσει (σύμφωνα με τους στίχους των Moody Blues) «ατελείωτες νύχτες στα σατέν» του φέρετρού του και ξυπνά εκστομίζοντας την ατάκα για τον Μεφιστοφελή στη θέα του τεράστιου Μ (των MacDonalds), καταλαβαίνεις ότι ο Τιμ Μπάρτον αυτή τη φορά θα σε διασκεδάσει μέσα από τη μαυρίλα των ταινιών του είδους. Διότι πράγματι, αυτή τη φορά ο Μπάρτον έχει ξεφύγει. Κρατάει μεν το γνωστό ύφος του, το σκηνοθετικό του ρυθμό, τη γκόθικ ατμόσφαιρα,  τους ίδιους συνεργάτες, αλλά το κωμικό και σατιρικό στυλ υπερβάλλει, ενώ γίνεται εμφανές από την πρώτη στιγμή, όταν ο Μπαρνάμπας του Τζόνι Ντεπ, μετά τα στοιχεία που προανέφερα γυρίζει την πλάτη στο φακό και απομακρύνεται με το μπαστουνάκι του μεσ’ τα σκοτάδια βαδίζοντας σαν το Σαρλώ του Τσάπλιν, ότι έχουμε να κάνουμε με κωμωδία. 

Στη συνέχεια της ταινίας, έρχονται οι αναφορές στην εποχή του 70, με τα ντεκόρ, τα κοστούμια, τα χτενίσματα, τα αυτοκίνητα και ταυτόχρονα αρχίζει η κριτική της. Και είναι ανελέητη: Πόλεμος στο Βιετνάμ, πολιτική, sex and drugs and rock ‘n roll, χίπις που εντυπωσιάζονται με βαρύγδουπες φράσεις χωρίς ουσιαστικό νόημα, αναφορές στο Love Story του Σίγκαλ που είχε σημαδέψει την εποχή και το αποκορύφωμα με τη γκάφα των τότε ηλικιωμένων, οι οποίοι θεωρούσαν τον Alice Cooper… γυναίκα. Κάτι που ίσως μόνον αυτός ο 55άρης σκηνοθέτης μπορούσε να θυμάται (άντε κι εγώ).

Όσον αφορά στις ερμηνείες: ο Τζόνι Ντεπ όπως πάντα το διασκεδάζει κάτω από τα πολλά μέικαπ, η Μισέλ Φάιφερ ίσως να σκέπτεται «τι κάνω εδώ τώρα», η Μπόναμ Κάρτερ δεν ξέρω εάν θα έπαιζε κάπου εάν δεν ήταν σύζυγος του σκηνοθέτη, ενώ η Εύα Γκριν είναι αρκετά καλή ως κακή μάγισσα.

Ένα διασκεδαστικό θρίλερ!

Άγγελος Πολύδωρος
του Άγγελου Πολύδωρου agelospo@otenet.gr


Η Βαθμολογία μου:

Βαμπίρ και γοητεία...

«...Ευρωπαϊκή φινέτσα, παντρεμένη τέλεια με την αμερικάνικη επιχειρηματικότητα», μονολογεί ο αιώνιος δανδής του σινεμά Τζόνι Ντεπ ως Μπαρναβας Κόλινς, αντικρίζοντας το επιβλητικό ανάκτορο της οικογένείας του, δίνοντας μας σε μια πρόταση το "motivation letter" των παραγωγών της ταινίας (ανάμεσά τους και ο ίδιος).

Το «Dark Shadows» ήταν μια γοτθική σαπουνόπερα που προβαλλόταν στην Αμερική στα τέλη των 60s, φέροντας ένα ιδιαίτερο αμάλγαμα αισθητικής κλασικής σαπουνόπερας και λογοτεχνίας τρόμου και που καθήλωνε κόσμο και κοσμάκη, ανάμεσα και τους τότε μοναχικούς πιτσιρίκους Τιμ Μπάρτον Και Τζόνι Ντεπ. Έτσι σαράντα χρόνια αργότερα, το αιωνίως ερωτευμένο (ας μην κρυβόμαστε) ζευγάρι των 8 ταινιών, αποφάσισε να υλοποιήσει μια νεανική υπόσχεση και να μεταφέρει τον παράξενο κόσμο της σειράς σε μια ταινία υπερπαραγωγής 150 εκατομμυρίων δολαρίων.

Ο Μπαρνάβας Κόλινς (Τζόνι) αριστοκράτης δανδής του 19ου αιώνα μεταμορφώνεται σε βαμπίρ εξαιτίας ενός ερωτικού ξορκιού και ξυπνά ανέλπιστα στην ταραγμένη Αμερική του 1972, του Νίξον και του εκκολαπτόμενου χίπικου κινήματος. Ως πατριάρχης μιας πανίσχυρης κάποτε οικογένειας, θα προσπαθήσει να επιβάλει την τάξη στους σημερινούς κακομαθημένους απογόνους , να στρώσει την οικογενειακή επιχείρηση και να κατανικήσει την σεξουάλα μάγισσα Αντζελίκ (Έυα Γκριν), την προσωπική του νέμεση ...

Αν και το τρέιλερ της ταινίας σου έδινε το στίγμα για μια κωμική κατά βάση ταινία, που κάνει περιφερειακή χρήση του γοτθικού τρόμου, τελικά συμβαίνει μάλλον το αντίθετο: το "Dark Shadows" παίρνει πολύ στα σοβαρά το είδος του τρόμου και ακολουθώντας τα σκοτεινά νερά της παράδοσής του, ενσωματώνει μια σειρά από αστεία γκαγκ στα όρια του πετυχημένου και του περίεργου...

Ξεκινώντας από τις αρετές της ταινίας, η παραγωγή εκατομμυρίων επενδύεται όντως με χάρη και φινέτσα, δημιουργώντας στιβαρή σκοτεινή ατμόσφαιρα που συμβαδίζει με την...γενικότερη ζάλη των 70s. Έτσι αν και η φιλιμική γεωγραφία της ταινίας περιορίζεται σε μια μικρή απομονωμένη θαλάσσια κωμόπολη αφήνοντας την πλοκή να διαδραματίζεται κυρίως σε κλειστούς χώρους, επιτυγχάνεται μια έξοχη αναπαράσταση της εποχής και της αισθητικής των 70s, η οποία ξεφεύγει από τη μανιέρα του ρετρό - εγχείρημα πολύ δύσκολο - και δένει με την αντίστοιχη μυθολογία των βαμπίρ των φαντασμάτων και της pulp λογοτεχνίας τρόμου. Από τον παραπάνω αναχρονισμό άλλωστε ξεπηδάνε και όλα τα χιουμοριστικά γκαγκ της ιστορίας, με απολαυστικότερη σκηνή όταν ο καταραμένος goth Μπαρνάβας Κόλινς « την πίνει» παρέα με ...μαλλιαρούς χίπιδες σε ένα δάσος ...

Ο ερμηνευτικός πλούτος της ταινίας εύστοχα δεν μονοπωλείται από το χαμαιλέοντα Τζόνι Ντεπ που ούτως ή άλλως δε μας εκπλήσσει όταν (φασκιωμένος όσο ποτέ άλλοτε) παραδίδει με σεξπιρική απολυτότητα ένα ρόλο που ονειρευόταν διακαώς από την εποχή όπου έπαιζε στο «21 jump street». Το καλύτερο χαρτί της ταινίας, είναι το πλήθος των ετερόκλητων χαρακτήρων που αποδίδεται με αθόρυβο στυλ από ένα εξαιρετικά διαλεγμένο καστ καλών ηθοποιών όπως η Μισέλ Φάιφερ, η Εύα Γκρηιν, ο Τζάκι Ερλ Χάλεϊ, ο Τζόνι Λι Μίλερ, η ταλαντούχα Κλόε Μόρετζ του "Χιούγκο (Hugo)" και η Έλενα Μπόναμ Κάρτερ ενώ τιμητικά περάσματα κάνουν ο πατριάρχης του τρόμου Κρίστοφερ Λι και ο άλλοτε πατριάρχης του satan rock Άλις Κούπερ...

Αυτό το "δεμένο" σύμπαν των χαρακτήρων, είναι δομικά και ο θεμέλιος λίθος μιας ταινίας που βασισμένη στο αφηγηματικό σχήμα της τηλεοπτικής σαπουνόπερας (αντλώντας την παράδοσή του από το λαϊκό λογοτεχνικό διήγημα σε συνέχειες δημοσιευμένες στον αστικό Τύπο του 19ου αιώνα), βασίζεται σε ένα κλειστό κύκλωμα με επιμέρους επεισόδια, αποκαλύψεις και «μεταμφιέσεις» που προσπαθούν να κρατήσουν την προσοχή του θεατή αμείωτη. Ακόμα όμως και με την συνδρομή ενός εξαιρετικού καστ, την απολαυστική απόδοση σκηνών καθαρού τρόμου και την παρεμβολή αναχρονιστικών γκαγκ, το σενάριο αποτυγχάνει να στρώσει μια αυτόνομη ιστορία δίνοντας την εντύπωση πως προσπαθεί να συνοψίσει σε 2 ώρες τα εκατοντάδες επεισόδια μιας ξεχασμένης σαπουνόπερας.

Πολλά από τα κομμάτια της ταινίας παραμένουν μετέωρα, τα αναχρονιστικά αστεία κάπου κουράζουν με τη μανιέρα τους, ενώ διάφορες σκηνές της ταινίας δε δικαιολογούν την ύπαρξή τους με χαρακτηριστικότερη τη σεξουαλική σκηνή του Μπαρνάβας με την Αντζελίκ που είναι και αρκετά αμήχανη, καθώς ο ερωτισμός δεν αποτελεί ακριβώς το σήμα κατατεθέν του Τιμ Μπάρτον...

Ο Τζόνι Ντεπ εδώ και χρόνια δείχνει εγκλωβισμένος σε μια σειρά από αλλόκοτες αλλά ομοιογενείς «φτιασιδωμένες» περσόνες που δεν αφήνουν τα ερμηνευτικά κύτταρα να αναπνεύσουν και αν κι ο ρόλος του Μπαρνάβας Κόλινς είναι κομμένος κα ραμμένος στα μέτρα του, προσωπικά αισθάνθηκα την έλλειψη μιας εκφραστικότητας και ενός αλληγορικού βάθους (ας μην κρυβόμαστε, ήδη ο τελευταίος Τζακ Σπάρου άρχισε να κουράζει με την μανιέρα του).

Και τέλος, προσωπικά αν κάτι με ενοχλούσε ανέκαθεν με τις σαπουνόπερες τύπου «πώς περνούν οι πλούσιοι» είναι ακριβώς στο ότι περιστρέφονται γύρω από το πώς περνούν οι πλούσιοι και από τα προβλήματα της αριστοκρατίας κάθε εποχής. Στην ταινία γίνεται ξεκάθαρο σημειολογικά πως ο Μπαρνάβας Κο'ολινς ως γόνος αριστοκρατικής οικογένειας που έφερε στο Νέο Κόσμο το μεγαλείο της βιομηχανίας, επιστρέφει αιώνες μετά για να παραδώσει μαθήματα πειθαρχίας και business στους ξεπεσμένους και αλλιοτρωμενους Αμερικανούς αριστοκράτες απογόνους του, δηλαδή για το πως να ρουφάνε με βρετανική χάρη το αίμα ανυποψίαστων... εργατών (πραγματική σκηνή από την ταινία). Και όντως το αίμα νερό δε γίνεται, καθώς ο ήρωας δεν δείχνει τη διάθεση να κάνει το ίδιο με τα πιο αναίσχυντα μέλη της οικογένειάς του... Άλλωστε, ο κύριος αντίπαλός του, η δαιμονική Αντζελίκ, δεν ήταν παρά μια υπηρέτρια που από το μίσος της για την ερωτική και ταξική απάρνησή της από τον Mπαρνάβας, μετατράπηκε σε στυγνή αμέρικαν bussineswoman... Ο άγριος Αμερικανικός καπιταλισμός καλό είναι να θυμάται πως η αριστοκρατία κάποτε έκανε τις ίδιες δουλειές με ήθος και πάνω από όλα καλούς τρόπους! Είπαμε, η αριστοκρατία πάνω από όλα είναι αίμα, οικογένεια, χρήμα και σαβουάρ βιβρ... Πως να μη συμπαθήσεις μετά τον βλαχοάξεστο τεξανό «Τζέι Αρ» από το «Ντάλλας»...

Ο Τιμ Μπάρτον όσο μεγαλώνει νιώθω χάνει την επαφή του με τη φαντασία και την αλληγορία με την οποία μας χάρισε τα σκοτεινά αριστουργήματα «Ψαλιδοχέρης» και «Η Επιστροφή του Μπάτμαν» επιστρέφοντας όλο και περισσότερο σε μια στιλάτη φόρμα ...
Ακόμη όμως και το πιο "μαύρο" παραμύθι θέλει ζωντανή ψυχή όχι σαβουάρ βιβρ και κοστούμι...


Ζαχαρίας Ιωαννίδης
του Ζαχαρία Ιωαννίδη zak.ioannidis@gmail.com


Η Βαθμολογία μου:

Jim Papamichos
του Δημήτρη Παπαμίχου me@myfilm.gr

 


 

Η Βαθμολογία μου:

Ένας...Τζόνι Ντεπ δεν φέρνει την...άνοιξη!

Παρά το γεγονός ότι η ταινία πληροί τις προδιαγραφές (όπως: εξαιρετικός σκηνοθέτης, πασίγνωστοι και επιτυχημένοι ηθοποιοί, ενδιαφέρον αρχικό θέμα, ωραία κουστούμια, καλό μακιγιάζ των βαμπίρ κ.ά.) για να είναι πολύ καλή στο είδος της, ωστόσο το τελικό αποτέλεσμα είναι, δυστυχώς, απογοητευτικό. Η αλήθεια είναι ότι έχουμε συνηθίσει τον 54χρονο, διάσημο, σκηνοθέτη, Τιμ Μπάρτον σε απίστευτες ταινίες-διαμάντια ("Ο Ψαλιδοχέρης", "Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων", ''Batman", "Ο φονικός κουρέας της οδού Φλιτ" κ.ά).

Η αναμφισβήτητη αξία του μεγάλου αυτού σκηνοθέτη, όμως, δεν επιβεβαιώνεται σε αυτό το φιλμ. Η σκηνοθεσία έχει αρκετά ψεγάδια. Το κυριότερο από αυτά βρίσκεται στη σκηνή της "μάχης" στο σπίτι των Βαρνάμπας, όπου υπάρχει σύγχυση λανθασμένου ήχου, κακής εικόνας και εντελώς κακών ερμηνειών.

Το σενάριο (βασισμένο στην ομώνυμη σειρά που προβαλλόταν τα τέλη των 60's) είναι ενδιαφέρον, αλλά σε ορισμένες στιγμές δεν υπάρχει αρμονικό δέσιμο και δομή των διαλόγων. Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, παρατηρείται στις ερμηνείες των ηθοποιών, αφού οι περισσότερες είναι ανιαρές, "ψεύτικες" και μη πειστικές. Απογοητεύουν η Μισέλ Φάιφερ και η Έλενα Μπόναμ Κάρτερ, ενώ "διασώζονται" ο Τζόνι Ντεπ στο ρόλο ενός βαμπίρ και η Εύα Γριν στο ρόλο της κακής και αιωνόβιας μάγισσας, οι οποίοι είναι απολαυστικοί. Ένα άλλο λάθος, που έρχεται να προστεθεί στα πολλά πλην της ταινίας, είναι το ότι η Μισέλ Φάιφερ, στη σκηνή που γνωρίζει το Μπάρναμπας Κολινς, όταν ανακαλύπτει ότι αυτός είναι βαμπίρ, δεν δείχνει να εκπλήσσεται, ούτε να τρομάζει,αλλά, αντίθετα, η αντίδρασή της είναι, παραδόξως, πολύ φυσιολογική.

Πρόχειρο θα μπορούσε, κάλλιστα, να χαρακτηριστεί αυτό το κωμικό θρίλερ.

 

Παντελής Αναστασόπουλος
του Παντελή Αναστασόπουλου


top of the page

blog comments powered by Disqus



top of the page


VIDEO CLIPS, TRAILER, TEASER, SCREENING PREVIEW


top of the page


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ / ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Κυκλοφορία:
11/5/2012 (ΗΠΑ)
17/5/2012 (Ελλάδα)


top of the page




PHOTOS - POSTERS

DARK SHADOWS - 0023.jpg DARK SHADOWS - 0030.jpg DARK SHADOWS - 0025.jpg DARK SHADOWS - 0024.jpg DARK SHADOWS - 0029.jpg DARK SHADOWS - 0028.jpg DARK SHADOWS - 0027.jpg DARK SHADOWS - 0026.jpg DARK SHADOWS - 0022.jpg DARK SHADOWS - 0021.jpg DARK SHADOWS - 0020.jpg DSH-01523rv3.jpg DSH-02908rv3.jpg DKPRE-00001.jpg DarkShadows_1sht.jpg DARK SHADOWS - 0000.jpg DARK SHADOWS poster 1.jpg DARK SHADOWS - 0017.jpg DARK SHADOWS.jpg DARK SHADOWS - 0019.jpg DARK SHADOWS - 0015.jpg DARK SHADOWS - 0018.jpg DARK SHADOWS - 0013.jpg DARK SHADOWS - 0016.jpg DARK SHADOWS - 0014.jpg DARK SHADOWS - 0012.jpg DARK SHADOWS - 0011.jpg DARK SHADOWS - 0010.jpg DARK SHADOWS - 0009.jpg DARK SHADOWS - 0008.jpg DARK SHADOWS - 0007.jpg DARK SHADOWS - 0006.jpg DARK SHADOWS - 0001.jpg DARK SHADOWS - 0004.jpg DARK SHADOWS - 0002.jpg DARK SHADOWS - 0003.jpg DARK SHADOWS - 0005.jpg DARK SHADOWS POSTER.jpg


top of the page


ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΑΙΝΙΑΣ / ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

>>CAST<<

Πρωταγωνιστούν:

    Johnny Depp ... Barnabas Collins
    Chloe Moretz ... Carolyn Stoddard
    Helena Bonham Carter ... Dr. Julia Hoffman
    Eva Green ... Angelique Bouchard
    Michelle Pfeiffer ... Elizabeth Collins Stoddard
    Thomas McDonell ... Young Barnabas Collins
    Bella Heathcote ... Victoria Winters
    Gulliver McGrath ... David Collins

>>CREDITS<<

Σκηνοθεσία
Tim Burton

Σενάριο
Dan Curtis
Seth Grahame-Smith

Παραγωγή
Christi Dembrowski
Johnny Depp
David Kennedy
David Kennedy
Graham King
Richard D. Zanuck

Μουσική
Danny Elfman

Φωτογραφία
Bruno Delbonnel

Μοντάζ
Chris Lebenzon

Σχεδιασμός Παραγωγής
Rick Heinrichs

Καλλιτεχνική Διεύθυνση
Neal Callow
Dean Clegg
Jason Knox-Johnston
Chris Lowe (supervising art director)
Phil Sims


Κοστούμια
Colleen Atwood

Βοηθός Σκηνοθέτη
Katterli Frauenfelder

Εταιρείες Παραγωγής
Dan Curtis Productions
GK Films
Infinitum Nihil
Tim Burton Productions
Warner Bros. Pictures
The Zanuck Company

Διανομή
Village Films (Ελλάδα)
Warner Bros. Pictures

Ειδικά Εφέ
4DMax (3D Cyber & LIDAR scanning and digital modelling)
BUF (visual effects)
Method Studios
Moving Picture Company (MPC)
The Senate Visual Effects (visual effects by)

Χρονολογία παραγωγής
2012

Χώρα παραγωγής
ΗΠΑ

Γλώσσα
ΑΓΓΛΙΚΑ

Εικόνα
ΕΓΧΡΩΜΗ 1.85 : 1

Είδος ταινίας
ΔΡΑΜΑ, ΤΡΟΜΟΥ, ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ, ΘΡΙΛΕΡ

Διάρκεια
113'

Ήχος
Stereo | Datasat | Dolby Digital

Τοποθεσίες γυρισμάτων
Μεγ. Βρεττανία

AKA

Καταλληλότητα
UK:12A | Ireland:12A | Sweden:11 | South Korea:15 | Canada:14A (Ontario) | Singapore:PG | Singapore:PG13 | Switzerland:12 (canton of Geneva) | Switzerland:12 (canton of Vaud) | USA:PG-13

Κόστος
$


top of the page









 
Βαθμολογία Κοινού
Μέσος Όρος: 4.2
Αριθμός Ψήφων: 5


Αξιολόγηση :

Εξαιρετικό
Πολύ καλό
Καλό
Μέτριο
Κακό



Επιλογές
  Go Back [ Προηγούμενο ]

 Προεπισκόπηση Προεπισκόπηση

 Προωθήστε το Προωθήστε το



Σχετικοί Σύνδεσμοι

· Αναζήτηση σε: Θρίλερ
· Περισσότερα για Κατηγορία
· ΘΕΜΑΤΑ
· Ταινίες που προβάλλονται
· Τελευταία Τρέιλερ
· ΑΙΘΟΥΣΕΣ
· BOX OFFICE USA
· BOX OFFICE Ελληνικό
· Internet Movie Database
· Rotten Tomatoes

Εγκαταστήστε το myFILM.gr toolbar ΤΩΡΑ! Όλο το internet σε μια γραμμή εργαλείων - Δωρεάν λήψη

Συνδεδεμένα Θέματα

ΘρίλερΜυστηρίουΤρόμουParents Strongly CautionedΔραματική


Advertisement


top of the page


ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΡΗΤΑ Η ΜΕΡΙΚΗ Ή ΟΛΙΚΗ ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ, ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΥΠΕΥΘΥΝΟΥ
Το πρωτότυπο περιεχόμενο του myFILM.gr, είναι αποτέλεσμα δημοσιογραφικής έρευνας και εργασίας και προστατεύεται από το νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων και διανόησης.
All logos, trademarks and content in this site are property of their respective owner, the comments and reviews of their posters.
Όλες οι δημοσιεύσεις σε αυτές τις ιστοσελίδες εκφράζουν τις απόψεις και τη γνώμη των συντακτών τους και όχι του εκδότη ή
αρχισυντάκτη, των διαχειριστών ή συντονιστών (εκτός των δημοσιεύσεων των ιδίων) και ως εκ τούτου δεν φέρουν καμία ευθύνη για αυτές.
myfilm.gr | xms24.com

| AdBrite - Advertise on myFILM.gr

Info | Feedback | Statistics | Topics | Submit News | Recommend Us | Advertising | Flag inappropriate copy-theft | RSS feed 2.0 | RSS feed 0.9 | Atom feed | twitter | facebook | myspace | Add in Google homepage


Related Posts with Thumbnails