 |
[Comments] [Κριτικές] [Στοιχεία] [Φωτό] [Πόστερ] [Βίντεο] [Περισσότερα] [Κυκλοφορία]
LONDON BOULEVARD 
του Γουίλιαμ Μόναχαν
με τους Κόλιν Φαρέλ, Κίρα Νάιτλι, Ρέι Γουίνστοουν, Ντέιβιντ Θιούλις, Άνα Φρίελ
Υπόθεση:
Ένα πρώην κατάδικος από το Νότιο Λονδίνο (Κόλιν Φάρελ) προσπαθεί να κάνει νέα αρχή σαν βοηθός μιας νεαρής ηθοποιού (Κίρα Νάιτλι), με την οποία δε θα αργήσει να κάνει σχέση. Το «London Boulevard» βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Κεν Μπρούεν, ενός από τους πιο δημοφιλείς συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας των τελευταίων δέκα χρόνων, ενώ η σκηνοθεσία και το σενάριο είναι του Γουίλιαμ Μόναχαν, βραβευμένου με ‘Οσκαρ Σεναρίου για την ταινία του Μάρτιν Σκορτσέζε, «The Departed». Πρωταγωνιστές η Κίρα Νάιτλι (υποψήφια για Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου το 2005, για το «Pride & Prejudice») και ο Κόλιν Φάρελ, ο οποίος το 2009 κέρδισε Χρυσή Σφαίρα Ερμηνείας σε Κωμωδία ή Μιούζικαλ για την ταινία «In Bruges». Το βιβλίο έχει χαρακτηριστεί σαν μια αριστουργηματική δουλειά ενός από τους μεγαλύτερους συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας των τελευταίων 20 χρόνων. |
ΚΡΙΤΙΚΕΣ Η Βαθμολογία μου:
Ο Μόναχαν κάνει τα αδύνατα δυνατά για να μιμηθεί το αφηγηματικό ύφος και το σκηνοθετικό στυλ του Γκάι Ρίτσι. Με επιτηδευμένη σεναριακή ελαφρότητα από τις τετριμμένες σχηματοποιήσεις των χαρακτήρων και την έλλειψη προσανατολισμού και ρυθμού η προσπάθειά του απογοητεύει και θα έβαινε προς αποτυχία, αν δε διέθετε τους γνωστούς σταρ, για να βγάλουν το φιλμ στην επιφάνεια, χωρίς να πνιγεί. Ο Γουίνστοουν προσπαθεί να παίξει - ως συνήθως - τον κακό, όμως αναρωτιέμαι, μήπως η πλαστικότητα της τυποποιημένης έκφρασής του, να καδράρει τα ψυχοσαδομαζοχιστικά ένστικτα και ν΄αποδώσει τα παθολογικά αίτια της παραβατικής συμπεριφοράς του με όρους ψυχιατρικής, θα ήταν άραγε πιο ταιριαστά σε μια ψυχρότερη, πιο απομακρυσμένη και απρόβλεπτη καρικατούρα, τύπου Άντονι Χόπκινς. Το ζευγάρι των εραστών, επίσης, Νάιτλι - Φαρέλ, δεν διαθέτει την φλόγα που θα ανάψει λόγω της διαφορετικής ιδιοσυγκρασίας και της χημείας στην προσωπικότητά τους. Για να τελειώσω με τα αρνητικά, το σενάριο μοιάζει με χίλιαδυο άλλα στον βασικό του άξονα. Ο συμμορίτης που θέλει να "φάει" το αφεντικό του, ψάχνοντας την κατάλληλη ευκαιρία μαζί με την αφορμή που του δίνει ο απαγορευμένος (στο οργανωμένο έγκλημα) πειρασμός... μιας γυναίκας, είναι μια πλοκή που έχει εξαντληθεί οριζοντίως και καθέτως εδώ και 90 σχεδόν χρόνια.
Τα θετικά του φιλμ συνοψίζονται απλά στο, ότι πρόκειται για το ντεμπούτο του Μόναχαν στη σκηνοθεσία. Δυστυχώς το ανέμπνευστο σενάριό του δεν βοήθησε καθώς κυριαρχεί επιφανειακά η "ωραιοποίηση" της βίας, έστω και αμυνόμενος... Η ιεραρχία του υποκόσμου και ο συναφής αισθησιασμός κοσκινίζουν την δυνατή αστυνομική περιπέτεια ρίχνοντας άτακτα ψίχουλα λούμπεν ρομαντισμού. Είναι μια πατροπαράδοτη συνταγή που "δένει" περισσότερο στον τηλεοπτικό δέκτη. Ευτυχώς, που κάποια στερεότυπα, αμφισβητούνται στην εξέλιξη (εξωτερικής μορφής) και υπάρχει ένα υποτυπώδες ενδιαφέρον, όχι όμως και απρόβλεπτο.

του Δημήτρη
Παπαμίχου me@myfilm.gr


ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΑΙΝΙΑΣ >>CAST<<
Πρωταγωνιστούν:
Keira Knightley ... Charlotte
Colin Farrell ... Mitchell
Stephen Graham
Jamie Campbell Bower ... White Boy
David Thewlis ... Jordan
Anna Friel ... Briony
Ray Winstone ... Gant
Ophelia Lovibond ... Penny
Eddie Marsan ... DI Bailey
Ben Chaplin ... Billy
Matt King ... Fletcher
Velibor Topic ... Storbor
Lee Boardman ... Lee
Donald Sumpter ... Pentonville Governor
David Dawson ... Big Issue Seller
Sanjeev Bhaskar ... Dr. Sanji Raju
Kerry Shale ... Lawyer
Daniel Ryan ... Bank Manager
Tim Plester ... Paparazzo I
Eric Richard ... Villanous Pensioner in Cafe
Jamie Blackley ... Footballer
Elly Fairman ... Gant's Wife
Andrew Havill ... Unlikely Vagrant
Nick Bartlett ... Beaumont
Jonathan Coyne ... Heavy One
Jonathan Cullen ... Anthony Trent
Laurence Richardson
Peter Nikkos ... Senior TMZ Reporter
Michelle Asante ... Woman in Brixton Flat
Sarah Niles ... Hospital Matron
Alan Williams ... Joe
Duane Henry ... Nation of Islam Guy
Julian Littman ... Alfons
Gregory Foreman ... Kid with Footballer
Gerald Home ... Undertaker
Simon Grover ... Porter at Storage
Giles Terera ... Waiter
Oliver Wood ... Bottom Feeder II
Hainsley Lloyd Bennett ... Unfortunate Student
Julian Bastida ... Spanish Man
Heath Finn ... Lawyer II
Jake Abraham ... Paparazzo II
Andre Hopley ... Gangster
Bob Mercer ... Heavy Two
Damir Koluder ... Bosnian Guy
Christina Roman ... Spanish Woman
Zehra Sameena ... Indian Woman at Ashmole Estate
Jonny Leigh Wright ... Bottom Feeder I
>>CREDITS<<
Σκηνοθεσία
William Monahan
Σενάριο
Ken Bruen (μυθιστόρημα)
William Monahan
Παραγωγή
Quentin Curtis
Tim Headington
Graham King
William Monahan
Μουσική
Sergio Pizzorno
Φωτογραφία
Chris Menges
Μοντάζ
Dody Dorn
Robb Sullivan
Casting
Nina Gold
Σχεδιασμός Παραγωγής
Martin Childs
Καλλιτεχνική Διεύθυνση
Sarah Stuart
Σκηνικά
Celia Bobak
Κοστούμια
Odile Dicks-Mireaux
Βοηθός Σκηνοθέτη
Richard Styles
Εταιρείες Παραγωγής
GK Films
Henceforth
Διανομή
Village Films (Ελλάδα)
CatchPlay
Eagle Films
Pinema
Χρονολογία παραγωγής
2010
Χώρα παραγωγής
ΗΠΑ, ΜΕΓ. ΒΡΕΤΤΑΝΙΑ
Γλώσσα
ΑΓΓΛΙΚΑ
Εικόνα
ΕΓΧΡΩΜΗ
Είδος ταινίας
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ, ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ
Διάρκεια
104'
Ήχος
Τοποθεσίες Γυρισμάτων
Λονδίνο - ΑΓΓΛΙΑ
AKA
Καταλληλότητα
|


ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
Στην ταινία LONDON BOULEVARD ένας πρώην κακοποιός προσπαθεί να κάνει μία νέα αρχή στη ζωή του ξεκινώντας μία σχέση με μία μοναχική ηθοποιό. Η ταινία αποτελεί το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Γουίλιαμ Μόναχαν, του βραβευμένου με Όσκαρ σεναριογράφου της ταινίας Ο Πληροφοριοδότης. Το LONDON BOULEVARD είναι ένα σέξι, στιλάτο γκανγκστερικό θρίλερ, γεμάτο χιούμορ και ίντριγκα, στο οποίο πρωταγωνιστούν ο Κόλιν Φάρελ και η Κίρα Νάιτλι, οι οποίοι ενσαρκώνουν δύο εραστές που θα έρθουν σε σύγκρουση με ένα από τα πιο περιβόητα αφεντικά του εγκλήματος στο Λονδίνο.
Μετά από τρία χρόνια πίσω από τα σίδερα, ο Μίτσελ (Κόλιν Φάρελ) βγαίνει από τη φυλακή Pentoville, θέλοντας να αλλάξει προς το καλύτερο τη ζωή του. Αλλά όταν ο παλιόφιλός του, ο Μπίλι (Μπεν Τσάπλιν), ένας γκάνγκστερ δεύτερης διαλογής που ψάχνει για συνεργό σε μία δουλειά, τον συναντά μετά την αποφυλάκισή του και του προσφέρει δουλειά, ο Μίτσελ δέχεται, προκειμένου να εξασφαλίσει ένα μέρος για να ζει. Μη μπορώντας να ξεφύγει από το παρελθόν του, ο Μίτσελ μπλέκεται στη ζωή της Σάρλοτ (Κίρα Νάιτλι), μίας σταρ του κινηματογράφου που ζει απομονωμένη σε μία έπαυλη, το Holland Park, προκειμένου να αποφύγει τις ορδές των ρεπόρτερ και των φωτογράφων που την καταδιώκουν. Μαγεμένος από την ομορφιά και από το πόσο ευάλωτη δείχνει, αποφασίζει να γίνει ο προστάτης της και να διώχνει μακριά τους επιθετικούς παπαράτσι, τους ματάκηδες και όλους εκείνους που σχεδιάζουν να ληστέψουν τα ανεκτίμητα έργα τέχνης και τα vintage αυτοκίνητά που βρίσκονται στο σπίτι της - συμπεριλαμβανομένου και του Μπίλι.
Καθώς μεταξύ τους αναπτύσσεται μία έλξη και η σχέση τους γίνεται πιο σοβαρή, ο Μίτσελ και η Σάρλοτ κάνουν σχέδια να ξεκινήσουν μία νέα ζωή στο Λος Άντζελες. Αλλά ο Μίτσελ έχει ήδη μπει στο μάτι του Γκαντ (Ρέι Γουίνστοουν), του πανίσχυρου και αδίστακτου αρχηγού της συμμορίας, που θέλει να τον έχει συνεργάτη στις βρώμικες δουλειές του. Όταν ο Μίτσελ απορρίπτει μία πολύ θελκτική προσφορά δουλειάς που του κάνει, ο Γκαντ εξαπολύει γύρω του ένα βίαιο ανθρωποκυνηγητό προκειμένου να τον εξοντώσει. Οι τακτικές που υιοθετεί γίνονται ολοένα και πιο βίαιες, αποδεικνύοντας ότι προτιμά να δει τον νεαρό άντρα νεκρό, παρά ελεύθερο. Γνωρίζοντας ότι κανείς απ’ αυτούς που είναι κοντά του, δεν είναι ασφαλής από την οργή του Γκαντ, όπως η Σάρλοτ και η αδερφή του Μπράιονι (Άννα Φρίελ), ο Μίτσελ αποφασίζει να κάνει κάτι δραστικό προκειμένου να ξεκαθαρίσει μια για πάντα την κατάσταση μεταξύ τους.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ
“Ίσως έχω μία δουλειά για σένα. Είσαι μέσα;” — Πένι
“Τι δουλειά; Με λοστούς και τα συναφή; ” — Μίτσελ
Αποκλεισμένος από το χιόνι, στο σπίτι του στο Βερμόν, ο βραβευμένος με Όσκαρ σεναριογράφος, Γουίλιαμ Μόναχαν, διάβαζε τα νουάρ μυθιστορήματα του Κεν Μπρούεν, όταν ένας συγκεκριμένος τίτλος τράβηξε την προσοχή του: το London Boulevard, μία σκοτεινή και περίπλοκη ιστορία τοποθετημένη μεταξύ δύο εντελώς διαφορετικών κόσμων: το «υπόγειο» και εγκληματικό Νότιο Λονδίνο και την αριστοκρατία του Δυτικού Λονδίνου.
Ο Μόναχαν δούλεψε ξανά πάνω στο έργο του Μπρούεν, που ήταν σε ένα βαθμό μία παραλλαγή της ταινίας Sunset Boulevard, δημιουργώντας ένα σύγχρονο θρίλερ, στο οποίο κεντρικό ρόλο έχει μία σταρ του κινηματογράφου την οποία καταδιώκουν οι παπαράτσι του Λονδίνου. Και δημιούργησε μία ιστορία αγάπης που κλήθηκαν να μεταφέρουν στη μεγάλη οθόνη δυο από τους πιο δημοφιλείς σταρ του Χόλιγουντ, η Κίρα Νάιτλι και ο Κόλιν Φάρελ.
Ότι κι αν γράψει ο Μόναχαν είναι εξαιρετικό, αλλά στη προκειμένη περίπτωση είχε μεγαλύτερα σχέδια από το να δει απλά την ταινία να μπαίνει σε παραγωγή. Ήθελε να τη σκηνοθετήσει ο ίδιος. «Ήξερα ότι μπορούσα να βρω τους σωστούς ηθοποιούς για να παίξουν σε αυτήν και ήταν μία ιστορία που ήθελα πραγματικά να πω και ένα κόσμος που ήθελα να μεταφέρω στη μεγάλη οθόνη,» εξηγεί. «Έκανα μία αρχική συμφωνία με τον Γκράχαμ Κινγκ και οποιαδήποτε ιδέα είχα, τη συζητούσα πρώτα μαζί του. Με μεγάλη του ευχαρίστηση δέχτηκε να το κάνει.»
Ο Μόναχαν πρώτα δούλεψε με τον παραγωγό Γκράχαμ Κινγκ στην GK Films το 2007 στην πολυβραβευμένη ταινία του Μάρτιν Σκορσέζε The Departed, που παράλληλα με το Όσκαρ του Μόναχαν έδωσε στον Κινγκ, το βραβείο της Ακαδημίας για την Καλύτερη Ταινία. «Ο Μπιλ είχε στο μυαλό του την ταινία LONDON BOULEVARD πολύ πριν τη συζητήσει μαζί μου,» λέει ο Κινγκ. «Ήθελε να τη σκηνοθετήσει από την αρχή, αλλά δεν μου το είπε παρά μόνο όταν κατάλαβε ότι με ενδιαφέρει. Ήμουν πεπεισμένος ότι ο Μπιλ θα μπορούσε να φέρει σε πέρας αυτό το εγχείρημα…ότι θα μπορούσε να ξεπεράσει κάθε εμπόδιο.»
Το σενάριο του Μόναχαν είναι πιστό στο αρχικό βιβλίο, όσον αφορά στο στιλ και στο θέμα, ωστόσο αναπτύσσει τη δική του ταυτότητα. «Ο Κεν είναι ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς θρίλερ, με πολύ ιδιαίτερο στιλ, αλλά ήξερε από την αρχή ότι θα έκανα κάτι δικό μου,» λέει ο Μόναχαν. «Μου άρεσε το σκηνικό. Μου άρεσαν κάποιοι από τους χαρακτήρες και τις καταστάσεις. Είδα όμως και κάποια πράγματα που θα μπορούσα να κάνω εγώ.»
Ο Κέρτις προσθέτει: «Όσο περισσότερο έγραφε ο Μπιλ, τόσο περισσότερο έκανε δική τους την ιστορία. Ορισμένες φορές είναι δύσκολο να θυμηθώ ποια κομμάτια είναι από το βιβλίο και ποια από το μυαλό του Μπιλ… έχει αυτές τις πολύ ενδιαφέρουσες εναλλαγές. Τη μία στιγμή είναι πολύ αστείος και την άλλη πολύ βίαιος και μετά πολύ τρυφερός. Αυτό είναι πολύ χαρακτηριστικό στο στιλ γραψίματος του Μπιλ. Συνεχώς σε εκπλήσσει.»
Η ταινία αιχμαλωτίζει τον σκληρό και γεμάτο τεστοστερόνη υπόκοσμο των βρετανικών συνδικάτων του εγκλήματος, ακόμα και τον ιδιαίτερο τρόπο ομιλίας τους, όπως λέει ο Κινγκ, που είναι γεννημένος στη Βρετανία. «Οι αρχηγοί του εγκλήματος δεν είναι ίδιοι όπως στις ΗΠΑ. Οι κακοποιοί του δρόμου είναι σχεδόν μυθιστορηματικοί χαρακτήρες. Επειδή ο Μπιλ ήταν καλά διαβασμένος, ήταν σε θέση να αναπαραστήσει αυτόν τον κόσμο πολύ πειστικά.»
Άσχετα με τις διαφορετικές και πολυποίκιλες επιρροές στο γράψιμό του, ο Μόναχαν λέει ότι όλα αυτά δεν έχουν καμία σημασία μόλις μπαίνεις στο σετ των γυρισμάτων. «Όντας σεναριογράφος και σκηνοθέτης ήταν σε θέση να κάνει όποιες αλλαγές ήθελε ανά πάσα ώρα και στιγμή. «Την ταινία την γυρίζεις εκείνη τη στιγμή, άσχετα με το τι λέει το σενάριο. Όταν είμαι στη διαδικασία στησίματος μία εικόνας της ταινίας, είμαι ο πρώτος που πάει πέρα από το σενάριο. Η ταινία είναι ένα δυναμικό, οπτικό, αλλά λογοτεχνικό προϊόν. Δεν πρόκειται να γυρίσουμε τη Βίβλο. Το σημαντικό είναι να υπάρχει ροή, όλοι να είναι ευχαριστημένοι, να είσαι μέσα στους χρόνους και στον προϋπολογισμό σου.»

Διαλέγοντας τους ηθοποιούς για το LONDON BOULEVARD
Δεν θέλεις να είναι γκάνγκστερ. Κανείς δεν θέλει να είμαι γκάνγκστερ.
Επειδή αν ξεκινήσω, δεν θα σταματήσω πουθενά. – Μίτσελ
Το εκπληκτικό καστ του LONDON BOULEVARD ηγούνται ο Κόλιν Φάρελ και η Κίρα Νάιτλι, ένα ζευγάρι ηθοποιών που είναι τόσο διάσημοι στο Χόλιγουντ, όσο και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Τους πλαισιώνουν μερικοί από τους πιο αναγνωρισμένους και δημοφιλείς Βρετανούς ηθοποιούς, μεταξύ των οποίων ο Ρέι Γουίνστοουν, ο Μπεν Τσάπλιν, ο Ντέιβιντ Θιούλις, η Άννα Φρίελ, ο Στίβεν Γκράχαμ.
«Πιθανότατα είναι το καλύτερο Βρετανικό καστ που έχει στηθεί εδώ και χρόνια για ταινία,» λέει ο Μόναχαν. «Με τέτοιους ηθοποιούς μπορείς να βγάλεις μία σκηνή με μία μόνο λήψη.» «Ήξερα ότι ο Μπιλ θα μπορούσε να δουλέψει καλά με τους ηθοποιούς,» λέει ο Κουέντιν Κέρτις. «Μιλά την ίδια γλώσσα με αυτούς. Υπήρχε συναδερφική ατμόσφαιρα στο σετ.»
Για το ρόλο του Μίτσελ, ο Μόναχαν ήξερε ότι χρειαζόταν έναν ηθοποιό που να διαθέτει τόσο την ψυχρή όσο και την τρυφερή πλευρά ενός αντιφατικού χαρακτήρα. Οι παραγωγοί βρήκαν αυτό που έψαχναν στο πρόσωπο του Ιρλανδού ηθοποιού Κόλιν Φάρελ. «Όταν γνώρισα τον Κόλιν, ήξερα αμέσως ότι θα ήταν αυτός ο πρωταγωνιστής,» λέει ο Μόναχαν. «Στο LONDDON BOULEVARD κάνει κάτι που δεν έχει ξανακάνει. Ο Κόλιν είναι ηθοποιός που βρίσκεται συνεχώς σε κίνηση. Σε αυτήν όμως την ταινία παίζει έναν τύπο χαλαρό. Ωστόσο, μπορείς πάντα να διακρίνεις τις συναισθηματικές αναταραχές του, κάτω από την επιφάνεια. Δίνει αναμφισβήτητα μία εξαιρετική ερμηνεία. Η ένταση του χαρακτήρα του ξεπηδά μέσα από την ερμηνεία του. Είναι πολύ ευγενικός και είναι ταυτόχρονα και πολύ βίαιος.»
Ο Μίτσελ έχει μόλις εκτίσει τρία χρόνια στη φυλακή Pentonville για πρόκληση βαραίων σωματικών βλαβών και είναι αποφασισμένος να αφήσει πίσω του το εγκληματικό του παρελθόν. «Ο Κόλιν έδωσε τόσο πολλά στο ρόλο,» λέει ο Κινγκ. «Τον κοιτάς και τον συμπονάς. Ο Μίτσελ είναι ένας τύπος που δεν μιλά πολύ, αλλά έχει το κοινό με το μέρος του, από την αρχή της ταινίας. Όταν βγαίνει από τη φυλακή είναι εμφανές ότι θέλει να ξεκόψει από το παρελθόν του. Το ερώτημα είναι πώς. Νομίζω αυτό είναι κάτι που το καταλαβαίνουν όλοι όσοι θέλουν να κάνουν μεγάλες αλλαγές στη ζωή τους. Είτε είναι υπάλληλοι που δουλεύουν 9 – 5 σε ένα γραφείο, είτε γκάνγκστερ.»
Εξαιτίας του ταλέντου του Μόναχαν ως συγγραφέα, λέει ο Φάρελ, όλα όσα χρειαζόταν για να ενσαρκώσει το χαρακτήρα βρίσκονταν στο σενάριο. «Ήταν τόσο πλούσιο. Ένα καλό σενάριο είναι πολύ παραπάνω από μία σειρά από κουκίδες που ο ηθοποιός πρέπει να ενώσει μεταξύ τους. Το συγκεκριμένο ήταν πολύ πλούσιο. Ο κάθε χαρακτήρας στο σενάριο ήταν σε ένα κομβικό σημείο στη ζωή του, είτε το είχε συνειδητοποιήσει, είτε όχι. Ο Μιτσελ θέλει να φύγει από το Λονδίνο, αλλά δεν έχει που να πάει και καθόλου χρήματα.»
Η ιστορία ξεκινά από την τελευταία μέρα του Μίτσελ στη φυλακή. Έχει πάρει μία απόφαση να ξεκινήσει ξανά τη ζωή του, αλλά μία στρατιά από φαντάσματα τον περιμένουν εκεί έξω. «Αν πιστεύεις στο κάρμα και στην ιδέα ότι οι Θεοί παίζουν σκάκι και έχουν για πιόνια τους ανθρώπους, τότε ο Μίτσελ είναι από τους ανθρώπους που έχει κάνει πολλά λάθος βήματα και έχει φτάσει στο σημείο να έχει συνειδητοποιήσει πλήρως αυτό που θέλει για τον εαυτό του,» λέει ο Φάρελ. «Ο Μίτσελ είναι πολύ έξυπνος, αλλά έχει μία φυσική ροπή προς τη βία. Άρχισε να συναναστρέφεται με λάθος ανθρώπους όταν ήταν πολύ νέος και σύντομα μπήκε στον κόσμο τον μικρο-παραβάσεων. Και αυτός ο κόσμος τον ‘τραβά’ συνεχώς στα σκοτεινά δρομάκια και στον κόσμο του εγκλήματος.»
Η εκτεταμένη έρευνα και προετοιμασία του Μόναχαν ήταν αυτή που έκανε τους ηθοποιούς να εμπιστευτούν τυφλά το σκηνοθέτη, σύμφωνα με τον Φάρελ. «Ο Μπιλ ήξερε το έργο απ΄ έξω και ανακατωτά. Έχει εγκυκλοπαιδικές γνώσεις για τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία. Τον εμπιστεύτηκα πλήρως και ήταν ένα όνειρο το να δουλεύω μαζί του. Ξέρει τι θέλει και ξέρει πώς να το επιτυγχάνει. Και ταυτόχρονα έχει διαβολική αίσθηση του χιούμορ.»
Μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές που έκανε π Μόναχαν στην πρωτότυπη ιστορία του Μπρούεν ήταν να μεταμορφώσει την Σάρλοτ από μία παρακμασμένη σταρ σε μία ηθοποιό που υποφέρει από τη σκοτεινή πλευρά της δόξας. «Είναι μία πιο σύγχρονη προσέγγιση,» λέει ο Κέρτις. «Ο Τύπος σήμερα πολιορκεί και παρατηρεί εξονυχιστικά τους επώνυμους, ώστε τους κάνει να υιοθετούν μία πολύ αμφίθυμη συμπεριφορά απέναντι στη φήμη και στη δημοσιότητα. Για κάποιους γίνεται ανυπόφορη.»
Οι δημιουργοί της ταινίας ήταν ενθουσιασμένοι που μπόρεσαν να εξασφαλίσουν την Κίρα Νάιτλι για το ρόλο της Σάρλοτ, της μοναχικής νεαρής ηθοποιού που ερωτεύεται τον Μίτσελ. «Υπήρχε από την αρχή μεγάλη χημεία ανάμεσα τους,» λέει ο Μόναχαν. «Κανονίσαμε μία ανάγνωση του σεναρίου, στο σπίτι της Κίρα. Ήταν φανερό από την αρχή ότι θα τα πήγαιναν καλά.»
Ο Φάρελ θεωρεί ότι και οι δύο χαρακτήρες είναι το ίδιο βασανισμένες ψυχές. «Φοβούνται να εμπλακούν συναισθηματικά με κάποιον άλλο άνθρωπο,» λέει. «Η αγάπη προσομοιάζει στη βία με ορισμένους τρόπους. Μόλις ενεργοποιείται, παίρνει ζωή από μόνη της και είναι πολύ δύσκολο να την ελέγξεις.»
Η Σάρλοτ είναι συνεχώς περικυκλωμένη από τους φωτογράφους που βρίσκονται έξω από το σπίτι της, κάνοντάς την να αισθάνεται σαν φυλακισμένη, «Το στρες που βιώνουν οι επώνυμοι μπορεί να είναι πολύ έντονο,» λέει ο Μόναχαν. «Η διασημότητα γίνεται φυλακή, ειδικά στο Λονδίνο, όπου οι παπαράτσι είναι πραγματικά αδίστακτοι. Φωνάζουν άθλια και αδιανόητα πράγματα σε νεαρές γυναίκες, προκειμένου να μπορέσουν να τις φωτογραφίσουν όσο εκείνες κλαίνε. Είδα κάποιον παπαράτσι να ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου της Λίλι Άλεν προκειμένου να μπορέσει να της πάρει μία φωτογραφία, όταν εκείνη ήταν έγκυος. Είναι πολύ εύκολο να πιστέψεις ότι είσαι αιχμάλωτός τους.»
Και η ίδια η Νάιτλι έχει παρόμοιες εμπειρίες στην αληθινή της ζωή, όπως και ο χαρακτήρας που ενσαρκώνει, «Ξέρω πως είναι να έχεις συνεχώς πάνω σου καρφωμένα πολλά μάτια,» λέει. Αυτή η πλευρά της κουλτούρας της διασημότητας είναι κάτι που δεν το έχει πραγματευτεί καμία άλλη ταινία.»
Η συνεργασία με έναν σκηνοθέτη τόσο χαρισματικό στην αφήγηση όσο ο Μόναχαν ήταν πολύ σημαντικό στοιχείο για την ηθοποιό. «Πολλοί σκηνοθέτες προέρχονται πλέον από τη διαφήμιση ή τα μουσικά βίντεο,» λέει. «Ο Μπιλ είναι ένας θαυμάσιος συγγραφέας. Είναι αρκετά σπάνιο και σημαντικό – από τη σκοπιά του ηθοποιού – το να δουλεύει με κάποιον που να ξέρει τόσο καλά πώς να λέει μία ιστορία.»
Η Νάιτλι δεν έχει παρά καλά λόγια να πει και για το συμπρωταγωνιστή της. «Ο Κόλιν είναι φανταστικός επειδή σε κάνει να πιστεύεις ότι είναι ταυτόχρονα σκληρός και ευάλωτος,» λέει. «Υπάρχουν πολλοί ηθοποιοί που παίζουν ρόλους σκληρών και δεν μπορείς να βρεις ούτε ένα ψεγάδι σε αυτήν την εικόνα. Με τον Κόλιν, πραγματικά πιστεύεις ότι θα μπορούσε να είναι ταυτόχρονα ένας εγκληματίας, αλλά και το ότι έχει μία καρδιά από χρυσάφι. Η ερμηνεία του μου θυμίζει εκείνη του Στιβ Μακουίν.»
Η οργή του Μίτσελ στρέφεται προς τον Γκαντ, έναν βετεράνο του κόσμου του εγκλήματος, τον οποίο παίζει ο Ρέι Γουίνστοουν. «Ο Γκαντ θα μπορούσε να είναι μπλεγμένος σε κάθε είδους εγκληματική ενέργεια. Ειδικεύεται και ενδιαφέρεται κυρίως για την ακίνητη περιουσία, αλλά και κάθε είδους καταστροφές. Και επίσης, δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Μίτσελ.»
Παρόλο που προέρχονται από τον ίδιο κόσμο, αυτοί οι δύο χαρακτήρες είναι εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους. «Ο Γκαντ είναι το αντίθετο του Μίτσελ,» λέει ο Κινγκ. «Ο Γκαντ θα σου πει αμέσως αυτό που του έρχεται στο κεφάλι, ενώ ο Μίτσελ είναι πολύ πιο μετρημένος. Σε κάποιο σημείο ο Μίτσελ λέει σχετικά, ‘Αν ήμουν γκάνγκστερ, δεν θα δούλευα για σένα. Θα σε σκότωνα.’ Όταν στρέφεται εναντίον του Γκαντ, καταλαβαίνει ότι πρέπει να τον ξεγελάσει και όχι να τον νικήσει με τη δύναμη.»
Ο Γουίνστοουν και ο Μόναχαν είχαν συνεργαστεί στο παρελθόν σε δύο ταινίες, το The Departed και το Edge of Darkness, στις οποίες ο Μόναχαν είχε γράψει το σενάριο. «Ο Ρέι ξέρει αυτό τον τύπο ανθρώπων και αυτό τον κόσμο,» λέει ο Μόναχαν. «Σχεδόν περίμενα να έρθει και να μου πει, ‘Πρέπει να το αλλάξεις αυτό. Πρέπει να κάνουμε κάτι άλλο.’ Οπότε ήμουν πολύ ευχαριστημένος όταν είπε, ‘Όχι, τα πράγματα είναι ακριβώς όπως ακριβώς τα έχεις γράψει.»
Ο Ντέιβιντ Θιούλις παίζει τον Τζόρνταν, τον εκκεντρικό οικονόμο της Σάρλοτ και τον «οδηγό» του Μίτσελ στο μυστικό της κόσμο. Ο χαρακτήρας αυτός είναι μία ακόμα από τις «εφευρέσεις» του Μόναχαν, ο οποίος τον δανείστηκε από το βιβλίο. «Είμαστε φίλοι με τον Ντέιβιντ Θιούλις εδώ και πολλά χρόνια,» λέει ο Μόναχαν. «Με το που σκιαγράφησα το χαρακτήρα στο σενάριο ήξερα ότι θα έπαιζε και αυτός στην ταινία. Ο Ντέιβιντ είναι ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς και η ερμηνεία του στην ταινία είναι εκπληκτική.»
Ο Τζόρνταν παίζει σε μία από τις πιο αξιομνημόνευτες σκηνές της ταινίας. «Είναι εντελώς απρόβλεπτος,» λέει ο Κινγκ. «Υπάρχουν σκηνές που σε κάνει να σκας στα γέλια. Οι διάλογοί του είναι απίστευτοι.»
Ο Τζόρνταν συστήνεται στον Μίτσελ ως «πολυμαθής», ένας κομψός τρόπος για να του πει ότι είναι ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές. «Είναι ένας αποτυχημένος παραγωγός ταινιών, ένας αποτυχημένος συγγραφέας, μουσικός, δικηγόρος, είναι αγοραφοβικός, αλκοολικός, ένας δολοφόνος σε σύγχυση, με καλό γούστο στα ρούχα και πολλά μαλλιά στο κεφάλι, και μένει στην κουζίνα της Σάρλοτ,» λέει ο Θιούλις. «Δεν γίνεται ξεκάθαρο ποια ακριβώς είναι η σχέση τους, αλλά φοβάται τον έξω κόσμο και έτσι έχει βολευτεί στο σπίτι της Σάρλοτ, που προσπαθεί με τη σειρά της να κρυφτεί από τους δικούς της δαίμονες.»
Ο Μίτσελ ξαναγυρνά στον κόσμο του εγκλήματος μέσω του παλιού του φίλου Μπίλι Νόρτον, τον οποίο παίζει ο Μπεν Τσάπλιν. «Ο Μπιλ είναι ένας διασκεδαστικός μικροαπατεώνας,» λέει ο Μόναχαν. «Ο χαρακτήρας του είναι βασισμένος στο βιβλίο του Κεν Μπρούεν. Είναι αυτός που παρουσιάζει στον Μίτσελ τις επιλογές που έχει στην «ελεύθερη ζωή του» - και δυστυχώς δεν αποδεικνύονται και οι καλύτερες: την επιστροφή του δηλαδή στον κόσμο της παρανομίας και την παράνομη διαμονή του σε ένα διαμέρισμα. Ο Μπεν είναι εκπληκτικός και πολύ αστείος.»
Ο Μπίλι Νόρτον είναι γνωστή φυσιογνωμία στο χώρο του εγκλήματος. Λέει ο Κινγκ. «Είναι έτοιμος να θυσιάσει τα πάντα προκειμένου να κερδίσει την αποδοχή του αφεντικού του, και να γίνει το δεξί χέρι του. Και ο Γκαντ τον έχει του χεριού του. Ο Μίτσελ ξέρει καλά με ποιον έχει να κάνει και δεν τον εμπιστεύεται καθόλου.»
Ήταν έκπληξη για τον Τσάπλιν το ότι τον επέλεξαν να παίξει έναν τύπο, τον οποίο χαρακτηρίζει ως «χαμηλού υπόβαθρου, ο οποίος ωστόσο έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του». «Δεν ήξερα αν πρέπει να το εκλάβω ως κομπλιμέντο ή όχι, όταν μου πρότειναν το ρόλο,» παραδέχεται. «Ο Μπιλ σκέφτηκε ότι θα ήταν πολύ εύκολος για μένα. Σίγουρα πάντως ήμουν πολύ τυχερός που τον πήρα.»
Όταν άκουσε και τους υπόλοιπους ηθοποιούς που θα έπαιζαν μαζί του στο LONDON BOULEVARD, ο Τσάπλιν έμεινε έκπληκτος. «Ήταν σχεδόν σαν ψέμα,» λέει. «Ο Στίβεν Γκράχαμ, τέλειος, ο Έντι Μάρσαν εκπληκτικός. Ο Ρέι Γουίνστοουν…δεν μπορούσα να το πιστέψω! Να με χτυπά (στην ταινία) ο Ρέι Γουίνστοουν… Αισθάνθηκα ότι μετά από αυτό θα μπορούσα ακόμα και να βγω στη σύνταξη. Το βλέμμα του - όταν τον βλέπεις στην πραγματικότητα και όχι στην οθόνη – είναι τόσο έντονο. Είναι αξιαγάπητος τύπος. Τόσο αστείος και γοητευτικός. Ωστόσο, αν κοιτάξεις βαθιά μέσα στα μάτια του είναι ταυτόχρονα τρομακτικός.»
Ο Τσάπλιν λέει ότι το σενάριο του φάνηκε ενδιαφέρον από την πρώτη στιγμή που έπεσε στα χέρια του, τόσο εξαιτίας του στιλ του, όσο και του κεντρικού του θέματος. «Ο κάθε χαρακτήρας είχε τη δική του, ιδιαίτερη φωνή. Όλοι Ήταν πιστευτοί και μοναδικοί. Δεν πρόκειται απλά για θύτες και θύματα. Η ταινία έχει να κάνει και με το πεπρωμένο. Ο Μίτσελ προσπαθεί να βρει το δρόμο του και η μοίρα δεν τον αφήνει.»
Η ζωή του Μίτσελ περιπλέκεται περισσότερο από την απρόβλεπτη αδερφή του, την Μπράιονι, την οποία παίζει η Άννα Φρίελ. Παρόλο που ο Μίτσελ προσπαθεί να την προστατέψει κάθε ώρα και στιγμή, η Μπράιονι δεν μπορεί να μείνει μακριά από τον κίνδυνο. Ο Μόναχαν δεν μπορούσε να σκεφτεί καμία άλλη για το ρόλο . «Βγάζει απίστευτη ενέργεια στην οθόνη,» λέει. «Σε καθηλώνει. Όταν η Άννα μπαίνει σε ένα δωμάτιο, κάνει αμέσως αισθητή την παρουσία της και με την ίδια ευκολία ‘κυριαρχεί’ και στην οθόνη.»

Το Λονδίνο καλεί...
Πραγματικά πίστευες ότι θα σε άφηνα να κυκλοφορήσεις ελεύθερος; — Γκαντ
Δουλεύοντας με τον βραβευμένο με Όσκαρ διευθυντή φωτογραφίας Κρις Μέντζις, ο Γουίλιαμ Μόναχαν κατάφερε να δημιουργήσει ένα πορτρέτο για το Λονδίνο της δεκαετίας του ‘60– μία πόλη για την οποία έχει ιδιαίτερη συμπάθεια – αιχμαλωτίζοντας το βλέμμα των θεατών. Και αυτή η εικόνα περιελάμβανε τόσο τις φτωχογειτονιές, όσο και τα αριστοκρατικά προάστια του Holland Park. «Πάντα μου άρεσε να βλέπω το Λονδίνο σε ταινίες,» λέει ο Μόναχαν. «Αλλά ποτέ δεν είδα αυτήν την πόλη να απεικονίζεται με καλύτερο τρόπο, απ΄ αυτόν του Κρις Μένζις σε αυτήν την ταινία. Δεν είναι τυχαίο το ότι έχει βραβευτεί με δύο Όσκαρ. Η φωτογραφία της ταινίας είναι πραγματικά καθηλωτική.»
Παράλληλα με το ότι ο Μόναχαν, όντας ένας πολύ καλός σεναριογράφος ξέρει να δημιουργεί εικόνες, θα πρέπει να συνυπολογίσουμε και το γεγονός ότι για μία δεκαετία έχει συνεργαστεί με τον Ρίντλεϊ Σκοτ και τον Μάρτιν Σκορσέζε σε όλα τα στάδια της παραγωγής μίας ταινίας. Και σύμφωνα με τον Κουέντιν Κέρτις, ο Μόναχαν επέδειξε μία πολύ μεγάλη κλίση στα τεχνικά χαρακτηριστικά της ταινίας. Ο Μπεν Τσάπλιν εξεπλάγην από την προσοχή που επεδείκνυε ο Μόναχαν ακόμα και στις μικρότερες λεπτομέρειες. «Είναι ένας ‘οπτικός’ σκηνοθέτης,» λέει ο ηθοποιός. «Είχε πολύ συγκεκριμένες ιδέες για ότι είχε να κάνει με τη φωτογραφία της ταινίας, συμπεριλαμβανομένων των κοστουμιών. Τα είχε όλα στο μυαλό του, τόσο τη γενικότερη ιδέα, όσο και τις πιο μικρές λεπτομέρειες.»
Ο Μόναχαν χρησιμοποίησε τα κοστούμια της ταινίας για να ρυθμίσει τους πολύπλοκους και συχνά παράδοξους χαρακτήρες που είχε δημιουργήσει. «Ήταν πολύ σημαντικό για μένα να πάω κόντρα στην εικόνα με την οποία θα περίμενε κανείς να παρουσιάζεται μία συγκεκριμένη κοινωνική τάξη,» εξηγεί. «Όταν ασχολούμασταν με το πώς θα είναι ντυμένος ο Μίτσελ, ο Οντίλ Ντικς Μιρό, ο υπεύθυνος για τα κοστούμια, πρότεινε να φορά αθλητικά παπούτσια και μία αθλητική φόρμα, επειδή υποτίθεται ότι είναι ένας κακοποιός από το Νότιο Λονδίνο. Αλλά ο Μίτσελ είναι ένα παράδοξο, όπως και πολλοί από τους χαρακτήρες μου. Δεν είναι αυτό που περιμένεις από αυτούς. Οπότε πρότεινα να κάνουμε κάτι διαφορετικό.»
Η Νάιτλι ανησυχούσε κυρίως γιατί πίστευε ότι ο χαρακτήρας της μπορεί να έμοιαζε περισσότερο με κάποια που ζούσε στο Λος Άντζελες, αλλά ο Μόναχαν για άλλη μια φορά πήγε κόντρα στο αναμενόμενο. «Από την πρώτη κιόλας συνάντηση είχαμε την ίδια άποψη,» λέει. «Αισθανόμασταν ότι τα πολύ στενά τζιν, τα ψηλά τακούνια, και το άγριο λουκ δεν ταίριαζε στο χαρακτήρα. Είναι κάποια που αηδιάζει με αυτού του τύπου την εμφάνιση. Την απορρίπτει. Οπότε αποφασίσαμε να την παρουσιάσουμε σαν ένα ανδρόγυνο. Τη ντύσαμε με αντρικά παντελόνια, μπότες και σκούρα χρώματα.»
Η μοναδική γκλάμορους εμφάνιση της Νάιτλι στην ταινία είναι στη φωτογραφία που της έχει πάρει ο Βρετανός φωτογράφος μόδας Ντέιβιντ Μπέιλι – όπου βασίστηκε ο χαρακτήρας του Ντέιβιντ Χέμινγκ στην ταινία του Αντονιόνι BLOW UP. Ο Μπέιλι έχει φωτογραφήσει όλους τους επώνυμους του Λονδίνου κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60, από τους Beatles, Jean Shrimpton μέχρι τους γκάνγκστερς Ρόνι και Ρέγκι Κρέι. «Βλέπεις τη φωτογραφία της Σάρλοτ σε όλο το Λονδίνο, στην ταινία,» λέει η Νάιτλι. «Αλλά ποτέ δεν την βλέπεις καλοντυμένη, με μέικ απ. Η φωτογραφία αντιπροσωπεύει αυτό στο οποίο αντιστέκεται, το να είναι ένα ‘λαμπερό αντικείμενο προς πώληση’.»
«Η συμβολική φωτογραφία, στους τοίχους, στα λεωφορεία, στις φωτεινές διαφημίσεις και σε πολλά ακόμα σημεία συμβολίζει τη δύναμη και τους κινδύνους που υπάρχουν πίσω από τη διασημότητα,» λέει ο Μόναχαν. «Είναι ένα φαινόμενο ανεξήγητο, που συμβαίνει σε παγκόσμιο επίπεδο. Δεν υπάρχει κανένα προϊόν. Απλά βλέπεις τη φωτογραφία να επαναλαμβάνεται όπου και αν πας. Και ήταν πολύ σημαντικό για μένα να έχουμε τη σωστή φωτογραφία,» λέει ο σκηνοθέτης. «Έπρεπε με κάθε τρόπο να συνεργαστούμε με τον Ντέιβιντ Μπέιλι. Όταν συζητούσαμε για το πώς θα φωτογραφίζαμε την Κίρα, είπα, ‘Είναι πολύ όμορφη.’ Και είπε, ‘Οι όμορφες γυναίκες είναι σαν λεωφορεία της γραμμής για μένα.’ Ο Μπέιλι την έχει ξαναπεί αυτή τη φράση.»
Η πρωτότυπη μουσική για την ταινία βασίζεται στη σύνθεση του Σέρτζιο Πιζόμο και σε εκπληκτικές επιλογές από τραγούδια της δεκαετίας του ’60. Το σάουντρακ είναι γεμάτο κλασικά κομμάτια όπως τα Heart Full Of Soul (The Yardbirds), Stray Cat Blues (The Rolling Stones), The Letter (The Box Tops), Subterranean Homesick Blues (Bob Dylan) καθώς και αρκετά παραδοσιακά κομμάτια από τον Dominic Murphy και σύγχρονα από τη βρετανική μπάντα Kasabian.
«Η μουσική είναι πολύ σημαντική για την ταινία,» λέει ο Μόναχαν. «Την πρώτη φορά που σκέφτηκα ότι θα γυρίσω μία ταινία, ήμουν έφηβος στο Λονδίνο. Από τότε, φαντασιωνόμουν ότι η ταινία μου θα ξεκινούσε με το ‘Heart Full of Soul’, των Yardbird - και τώρα έκανα αυτό το όνειρο πραγματικότητα.»
ΕΠΙΣΗΜΟ SITE :
Official site
ΑΛΛΕΣ ΠΗΓΕΣ
http://www.imdb.com/


PHOTOS - POSTERS

Διαφήμιση |
|

VIDEO CLIPS, TRAILER, TEASER, SCREENING PREVIEW

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ / ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Κυκλοφορία:
26/11/2010 (Μεγ. Βρεττανία)
10/3/2011 (Ελλάδα)
|


|