Ο ΔΕΣΜΩΤΗΣ ΤΟΥ ΙΛΙΓΓΟΥ (1958)
VERTIGO του Άλφρεντ Χίτσκοκ
με τους Τζέιμς Στιούαρτ, Κιμ Νόβακ [ ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗ ]
Υπόθεση: Ενας αστυνομικός του Σαν Φρανσίσκο, ο Σκοτ Φέργκιουσον, φεύγει από το Σώμα λόγω της υψοφοβίας του. Ένας παλιός του φίλος και εφοπλιστής, τον προσλαμβάνει για να παρακολουθεί την νευρωτική, με τάσεις αυτοκτονίας, γυναίκα του, Μαντλέν (η Κιμ Νόβακ ξανθιά). Ο αστυνομικός την ερωτεύεται, αλλά αδυνατεί να την σώσει όταν αυτή επιχειρεί ένα πήδημα θανάτου από... ψηλά. Καιρό μετά, κι ενώ προσπαθεί να ξεφύγει από τις εμμονές του, θα ξανασυναντήσει την νεκρή του αγάπη στο πρόσωπο της μελαχρινής Τζούντι (η Κιμ Νόβακ σε διπλό ρόλο).
Μία πολυεπίπεδη νουάρ ταινία, που με περισσή μαεστρία υπογράφει ένας πραγματικός
δάσκαλος του κινηματογράφου, ο Alfred Hitchcock. Ο «Δεσμώτης Ιλίγγου», μοιάζει
σα να είναι δύο ταινίες διπλωμένες σε μία. Η μετάβαση από τη μία στην άλλη
σηματοδοτείται από ανατροπή και τραγική ειρωνεία, που ορίζουν τον θεατή «συνένοχο»,
παραπέμποντας σε υποδειγματική αρχαία τραγωδία.
Το έργο είναι μία απόδειξη για το πως τα φαινόμενα μπορούν να απατήσουν όταν
είναι καλοστημένα. Η αστυνομική υπόθεση, γίνεται ψυχολογικό δράμα και μια στημένη
δολοφονία οδηγεί σε έναν έρωτα, που από το ανεκπλήρωτο πάθος περνά στην εμμονή.
Οι ψυχωτικές ακίδες της ανθρώπινης ύπαρξης εξυμνούνται και αναλύονται από πολλές
πλευρές. Ψυχώσεις φυσικές, που έλκουν την αφορμή της ύπαρξής τους από μεγάλα
πάθη, αλλά και παραφυσικές, βασισμένες σε διαταραγμένες ανθρώπινες συνειδήσεις.
Όπως πολύ πετυχημένα αναπαριστάται στην αφίσα της ταινίας, η ψυχή του ανθρώπου
δεν είναι άλλο από μία σπείρα που παρασύρει στο πέρασμά της και παρασύρεται
και η ίδια από τα εξωτερικά ερεθίσματα που λαμβάνει και κρίνει υποκειμενικά.
Η ταινία, αργή σαν ψυχανάλυση, είναι μία δίνη στην οποία ο Hitchcock προσπαθεί
να δώσει απαντήσεις στα ανθρώπινα αινίγματα που την προωθούν. Αναμφισβήτητα,
κρύβει στα σπλάχνα της ακραίο ερωτισμό, αποδεικνύοντας πως τα ερωτικά απωθημένα
καταδιώκουν τον άνθρωπο εις αεί. Όλοι οι ήρωες προσπαθούν με κάποιο τρόπο να
τα υπερνικήσουν, αλλά η αποφυγή να τα κοιτάξουν κατάματα απλώς τους ρίχνει
πιο βαθιά μέσα στον «εξαίσιο» ίλιγγο.
Η μουσική του Bernard Herrmann, κάτι παραπάνω από απλώς ατμοσφαιρική και ψυχολογική,
δείχνει να προάγει την υπόθεση αντί να πατά και να πορεύεται πάνω σε αυτήν.
Καταφέρνει και είναι ταιριαστή τόσο με τα πραγματικά όσο και με τα αλληγορικά
μέρη, όπως για παράδειγμα τα animated σημεία που θυμίζουν τους πρώτους πειραματισμούς
στον κινηματογράφο από τον Oscar Fischinger. Ακόμη και ο ίλιγγος, τόσο ο αλληγορικός,
όσο και ο πραγματικός από τον οποίο υποφέρει ο Det. Ferguson (James Stewart)
δίνεται σκηνοθετικά με καινοτόμο τρόπο, που αν και ίσως σήμερα δεν μπορούμε
να εντοπίσουμε την πρωτοπορία του, δεν παύουμε να θαυμάζουμε τον δημιουργό.
Την ταινία χαρακτηρίζουν οι εξωτερικές σκηνές στο San Francisco που αφήνουν
μια αίσθηση μπαρόκ ενώ δε θα μπορούσαν να λείπουν τα πλάνα «ταυτότητα» της
κινηματογραφική περιόδου των δεκαετιών ’50 και ’60 από το παρμπρίζ του αυτοκινήτου
προς το εσωτερικό, δείχνοντας τον δρόμο να φεύγει στο πίσω τζάμι.
Για όλους τους παραπάνω λόγους είναι μία ταινία – σταθμός στον κινηματογράφο.
Ανεξάρτητα αν καταφέρνει να πείσει ή όχι, παρασύρει στη δίνη της τέχνης του
κινηματογράφου κάθε θεατή αποδεικνύοντας τη σημασία της καλοστημένης σκηνοθεσίας
σαν ένα προμελετημένο έγκλημα.
Μια από τις σημαντικότερες ταινίες του Alfred Hitchcock, η οποία έχει σταθερό
και φανατικό club κοινού, ενώ έχει εμπνεύσει και επηρεάσει πολλούς σκηνοθέτες
τα μετέπειτα χρόνια (και ορίζει ακόμα -σε μεγάλο βαθμό- το genre του suspense).
Το κλίμα μυστηρίου που πλέκει ο Hitchcock γύρω από την ερωτική εμμονή, την
τρέλα, την απάτη, το υπερφυσικό και το θάνατο αγαπημένων προσώπων, μοιάζει
σαν δίχτυ αράχνης. Οι συμβολισμοί, τα φοβερά όμορφα κάδρα, οι περίεργες όσο
και ταιριαστές γωνίες λήψης, οι προσανατολισμένες στην ψυχολογία ερμηνείες
του James Stewart της ιδιαίτερης Kim Novak, είναι όλοι επιπλέον λόγοι, ώστε
η ταινία αυτή να βρίσκετε στη must list κάθε ατόμου που ενδιαφέρετε για τον
κινηματογράφο.
Η μουσική του Bernard Herrmann είναι απλά ένα αριστούργημα που επιβεβαιώνει
ότι η μουσική μπορεί να είναι η ψυχή της ταινίας. Χωρίς αυτή την μουσική, το
Vertigo θα είχε τη μισή αξία. Για να φανταστείτε, ο Hitchcock ανέθεσε στον
Herrmann σχεδόν άνευ όρων (ήταν αυτό μια σταθερή ρήτρα που έθετε ο μουσικοσυνθέτης)
να κάνει το soundtrack και μάλιστα επιμήκυνε πολλά από τα πλάνα της ταινίας,
για να ταιριάζουν με τη διάρκεια του αρχικού soundtrack που έφτιαξε ο Herrmann.
Σε τέτοιο βαθμό είχε συνειδητοποιήσει ο Hitchcock τη σημασία αυτής της σύνθεσης
για την οντότητα της ταινίας.
Τα Καλιφορνέζικα τοπία και η απεικόνιση του San Franchisco, είναι όλα ειδυλλιακά
και αποτελούν άλλον έναν πολύ ισχυρό λόγο να δει κανείς αυτή την ταινία.
James Stewart ... Det. John 'Scottie' Ferguson
Kim Novak ... Madeleine Elster / Judy Barton
Barbara Bel Geddes ... Marjorie 'Midge' Wood
Tom Helmore ... Gavin Elster
Henry Jones ... Coroner
Raymond Bailey ... Scottie's Doctor
Ellen Corby ... Manager of McKittrick Hotel
Konstantin Shayne ... Pop Leibel
Lee Patrick ... Car Owner Mistaken for Madeleine
Σκηνοθεσία Alfred Hitchcock
Σενάριο Alec Coppel
Samuel A. Taylor
Pierre Boileau (μυθιστόρημα "D'Entre Les Morts") Thomas Narcejac (μυθιστόρημα "D'Entre Les Morts")
Παραγωγή Alfred Hitchcock
James C. Katz (παραγωγός αποκατάστασης 1996)
Μουσική Bernard Herrmann
Φωτογραφία Robert Burks
Μοντάζ George Tomasini
Καλλιτεχνική Διεύθυνση Henry Bumstead
Hal Pereira
Σκηνικά Sam Comer
Frank R. McKelvy
Βοηθός Σκηνοθέτη Daniel McCauley
Εταιρείες Παραγωγής Alfred J. Hitchcock Productions (uncredited)
Paramount Pictures
Διανομή Seven Films (2008) (Ελλάδα) Paramount Pictures (1958) (USA) (theatrical) (as A Paramount Release)
Paramount-Films (1958) (Finland) (theatrical)
Les Films Paramount (1959) (France) (theatrical)
Paramount (1959) (West Germany) (theatrical)
Paramount Pictures (1963) (USA) (theatrical) (re-release)
National Broadcasting Company (NBC) (1965) (USA) (TV) (original airing)
MCA/Universal Home Video (????) (USA) (VHS)
Prem'er Video Fil'm (????) (Russia) (VHS)
Universal Pictures (1983) (USA) (theatrical) (re-release)
MCA Home Video (1984) (USA) (VHS) (pan-and-scan)
United International Pictures (UIP) (1984) (West Germany) (theatrical) (restored version)
United International Pictures (UIP) (1984) (Finland) (theatrical)
Alfred J. Hitchcock Trust (1996) (USA) (theatrical) (re-release)
Universal Pictures (1996) (USA) (theatrical) (reissue)
MCA/Universal Home Video (1997) (USA) (video) (laserdisc)
United International Pictures (UIP) (1997) (Finland) (theatrical)
MCA/Universal Home Video (1997) (USA) (VHS) (widescreen)
MCA/Universal Home Video (1998) (USA) (DVD)
Universal Pictures (1999) (Germany) (VHS)
Universal Pictures (2000) (Germany) (DVD)
Universal Home Video (2003) (Brazil) (DVD)
Universal Pictures Benelux (2003) (Netherlands) (DVD)
Universal Studios Home Video (2003) (USA) (DVD)
Universal Home Entertainment (2005) (USA) (DVD)
Atalanta Filmes (????) (Portugal) (theatrical) (restored version)
CIC Vídeo (????) (Brazil) (VHS)
Χρονολογία παραγωγής 1958
Χώρα παραγωγής ΗΠΑ
Γλώσσα
ΑΓΓΛΙΚΑ
Διάρκεια 129'
Εικόνα ΕΓΧΡΩΜΗ (Technicolor) 1.50 : 1
Είδος ταινίας ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ, ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ, ΘΡΙΛΕΡ, ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ
Ήχος
DTS 70 mm (1996 re-release) (70 mm prints) | DTS (1996 re-release) (35 mm prints) | Dolby Digital (1996 re-release) (35 mm prints) | Mono (Westrex Recording System)
Τοποθεσίες Γυρισμάτων 900 Lombard Street, San Francisco, California, ΗΠΑ
ΑΚΑ Alfred Hitchcock's Vertigo
Darkling I Listen
From Among the Dead
Illicit Darkening
Περισσότερα για την ταινία (Δελτίο Τύπου)
Όλος ο Χίτκσοκ σε δύο ώρες. Ρομαντικός, κλειστοφοβικός, ψυχωτικός, διατροφικός, φετιχιστής, έμμονο-ληπτικός, νεκροφιλικός, σουρεαλιστής, βίαιος, μελαγχολικός, τελειομανής και στο απόγειο της τεχνικής του.
Το φιλμ του Hitchcock είναι μια περίπλοκη πραγματεία πάνω στην ζωή και στον θάνατο, στην πολυπλοκότητα των ανθρωπίνων ψυχώσεων και στα ακαθόριστα κίνητρα μιας παθιασμένης αγάπης. Κατ’ αρχάς σε μια πρώτη ανάγνωση το φιλμ είναι μια ιστορία μυστήριου. Διαθέτει αναμφισβήτητα όλες τις χάρες ενός καλογυρισμενου αστυνομικού θρίλερ, με μια σειρά ανατροπών σε ανιούσα κλίμακα και σωστή δοσολογία σασπένς.
Το Vertigo κατ’ αρχάς πραγματεύεται την ανθρώπινη αδυναμία. Είτε αυτή εκφράζεται
μέσα από φοβίες, είτε μέσα από ψυχωτικές καταστάσεις, από την παθιασμένη αγάπη
η και από τον φόβο. Απ’ όπου κι αν πηγάζει και όπως κι αν εκφράζεται, αυτή
είναι το θέμα που προσεγγίζει με ψυχαναλυτική διάθεση ο μεγάλος auteur. Η ταινία
είναι ενοχλητικά κοντά στο να αποτελεί μια αλληγορική βιογραφία του δημιουργού
της. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μέσα στον ρόλο που ερμηνεύει θαυμάσια ο βετεράνος
James Stewart ενσωματώνονται στοιχειά της αλλόκοτης προσωπικότητας του σκηνοθέτου
που εγείρουν ζητήματα μισογυνισμού, μετενσάρκωσης, υποκειμενικής θεώρησης της
απόλυτης αγάπης που ορισμένες φόρες αγγίζει και την νεκροφιλία.
Ο Hitchcock δομεί την σχέση του πρωταγωνιστή με την Novak ακριβώς πάνω στα χνάρια
των σχέσεων που ανέπτυσσε ο ίδιος με τις πρωταγωνίστριες του. Η σχέση του Πυγμαλιωνα
με το δημιούργημα του είναι σαφής όπως επίσης και η εσωτερική διαδρομή προς το
έρεβος, που διανύει ο Stewart, σας άλλος Ορφέας που ψάχνει την Ευρυδίκη του,
προκειμένου να αποκτήσει τελικά αυτό που ο ίδιος θεωρούσε υπαρκτό και πραγματικό.
Την τέλεια γυναίκα.
Η τέλεια γυναίκα εδω, ενσαρκώνεται από την Novak – αρχικά ο ρόλος προοριζόταν
για την Miles και το γεγονός ότι δεν ήταν διαθέσιμη έκανε τον Hitchcock να χάσει
προς στιγμήν το ενδιαφέρον του για το φιλμ- και είναι ο αντικειμενικός πόθος
πρωταγωνιστου και σκηνοθέτη. Η ψυχρή ξανθιά με την εύπλαστη προσωπικότητα, έρμαιο
στα χέρια του Πυγμαλιωνα της είναι το ζητούμενο του σκηνοθέτη που το γύρεψε μέσα
σε πλειάδα πρωταγωνιστριών όπως η Novak, η Miles, η Hendren και η λατρεμένη του
Grace Kelly.
Το στήσιμο της πρωταγωνίστριας και οι ατέλειωτες λήψεις προφίλ συνιστούν μέρος
της ολοκληρωτικής εμμονής και της σεξουαλικής παθολογίας του Hitchcock που αφήνουν
να διαφανούν ψήγματα μισογυνισμού σχεδόν σε όλες του τις ταινίες. Η γυναίκα αυτή,
θύμα του ρομαντικού ιδεαλισμού, θυσιάζει την προσωπικότητα της ακόμη και το παρουσιαστικό
της προκειμένου να ταιριάξει στην εικόνα που έχει στο μυαλό του ο πρωταγωνιστής
και στην ουσία γίνεται το κλειδί όλης της υπόθεσης. Αυτή θα απελευθερώσει τον
Stewart από τις εμμονές του η θα το οδηγήσει στην απόλυτη υποταγή του σε αυτές.
Στον αντίποδα; Η παρουσία της Barbara Bel Geddes, το ειδος της γυναίκας που αφήνει
αδιάφορο τον σκηνοθέτη, και λειτουργεί ως φωνή λογικής μέσα στην δίνη του παραλόγου.
O Hitchcock στήνει ένα παιχνίδι σε αυτό το φιλμ, μέσα από την αντιπαράθεση της
υποκειμενικότητας και της αντικειμενικότητας. Στην πραγματικότητα μας εμπαίζει.
Καθ’ όλη την διάρκεια της ταινίας δεν μπορούμε ουσιαστικά να ξεχωρίσουμε πότε
είμαστε θεατές των γεγονότων και πότε αποτελούμε μέρος των παραισθήσεων του πρωταγωνιστή.
Η ατμόσφαιρα και η ερμηνεία του Stewart μας παρασύρει σε βαθμό που βιώνουμε τον
πόνο του πρωταγωνιστή ο όποιος με μια δονκιχωτική διάθεση προσπαθεί να λάβει
απαντήσεις σε δυο επίπεδα. Το πρώτο αφόρα το αστυνομικό μέρος της υπόθεσης και
το δεύτερο αφόρα τις προσωπικές του αγωνίες και το κυνήγι χιμαιρών που έχει εξαπολύσει
και που όπως εύστοχα παρατηρεί ο ίδιος ο Hitchcock αποτελεί μια έκφραση νεκροφιλίας.
Το τέλος της ταινίας είναι μεγαλειώδες. Η ψυχοσύνθεση του πρωταγωνιστή έχει παρουσιαστεί
ολοκληρωμένα, όχι όμως και οι περαιτέρω διαθέσεις του. Τι θα πράξει από άδω και
εξής; Θα λυτρωθεί η θα επαναλάβει το ίδιο μοτίβο σχέσης μέσα στην παραζάλη του;
Ο Alfred Hitchcock συζητά για το Vertigo με τον Francois Truffaut
Alfred Hitchcock: Με ενδιέφεραν οι προσπάθειες του ήρωα να ξαναπλάσει μια
γυναίκα από την εικόνα μιας νεκρής. Όπως ξέρετε, αυτή η ιστορία χωρίζεται σε
δύο μέρη. Το πρώτο μέρος φτάνει μέχρι το θάνατο της Μάντλεν, που πέφτει από
το καμπαναριό. Το δεύτερο αρχίζει όταν ο ήρωας συναντά την καστανή κοπέλα,
την Τζούντι, που μοιάζει στη Μάντλεν. Στο βιβλίο, στην αρχή του δευτέρου μέρους,
ο ήρωας συναντά την Τζούντι και την υποχρεώνει να μοιάσει όλο και περισσότερο
στη Μάντλεν. Μόνο στο τέλος μαθαίνουμε πως ήταν η ίδια γυναίκα. Είναι ένα φινάλε-έκπληξη.
Στην ταινία δούλεψα διαφορετικά. Όταν αρχίζει το δεύτερο μέρος, με τη συνάντηση
του James Stewart (Τζέιμς Στιούαρτ) με τη καστανή κοπέλα, αποφάσισα να αποκαλύψω
αμέσως την αλήθεια, αλλά μόνο στο θεατή. Όλοι εναντιώθηκαν σε αυτή τη αλλαγή,
γιατί πίστευαν πως αυτή η αποκάλυψη έπρεπε να γίνει στο τέλος της ταινίας.
Φαντάστηκα πως ήμουν παιδί, καθισμένος στα γόνατα της μαμάς μου, που μου διηγείται
την ιστορία. Όταν η μαμά σταματά να διηγείται, το παιδί ρωτά πάντα. “Και μετά”.
Έβρισκα πως στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος, όταν ο ήρωας συναντά την
καστανή, δεν δίνεται η αίσθηση ότι κάτι θα συμβεί στη συνέχεια. Με τη δική
μου λύση, το παιδί ξέρει πως η Μάντλεν και η Τζούντι είναι το ίδιο πρόσωπο
κι έτσι ρωτά τη μαμά του: “Κι ο James Stewart δεν το ξέρει;”
-“Όχι”. Φτάσαμε λοιπόν, στο συνηθισμένο δίλημμά μας: σασπένς ή έκπληξη;
(..) Όμως το κοινό ξέρει την αλήθεια κι έτσι δημιουργήσαμε ένα σασπένς στο
ερώτημα: Πως θα αντιδράσει ο James Stewart όταν ανακαλύψει πως η Τζούντι είναι
η Μάντλεν και ότι του είπε ψέματα;
Αυτή είναι η κύρια σκέψη μας. Προσθέτω ότι στην ταινία υπάρχει ένα πρόσθετο
ενδιαφέρον, γιατί γίνεται εμφανής η αντίδραση της Τζούντι να μοιάσει στη Μάντλεν.
Στο βιβλίο έχουμε μια κοπέλα που αρνείται να μοιάσει σε κάποια άλλη, κι αυτό
είναι όλο. Στην ταινία έχουμε μια γυναίκα που καταλαβαίνει πως αυτός ο άντρας
σιγά σιγά την ξεμασκαρεύει. Να η πλοκή.
Υπάρχει και μια άλλη πλευρά, που θα την ονόμαζα “ψυχολογικό σεξ”. Είναι η θέληση
αυτού του ανθρώπου να αναπλάσει μια σεξουαλική εικόνα. Για να πω απλά, αυτός
ο άνθρωπος θέλει να κάνει έρωτα με μία νεκρή, είναι περίπτωση καθαρής νεκροφιλίας.
Francois Truffaut: Πράγματι, οι σκηνές που προτιμώ είναι εκείνες όπου ο James
Stewart οδηγεί την Τζούντι στη μοδίστρα για να της αγοράσει ένα ταγιέρ παρόμοιο
με εκείνο που φορούσε η Μάντλεν, είναι η φροντίδα με την οποία διαλέγει τα
παπούτσια, σαν μανιακός... Alfred Hitchcock: Αυτή είναι η βασική κατάσταση της ταινίας. Κινηματογραφικά,
όλες τις προσπάθειες του James Stewart να αναπλάσει τη γυναίκα, τις δείχνουμε
σαν να προσπαθεί να τη γδύσει μάλλον, παρά να την ντύσει. Και η σκηνή που ένιωθα
περισσότερο είναι όταν η κοπέλα εμφανίζεται με τα μαλλιά της βαμμένα ξανθά.
Ο James Stewart δεν μένει τελείως ικανοποιημένος, γιατί δεν τα ’χει δεμένα
κότσο. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει πως είναι σχεδόν ολόγυμνη μπροστά του, αλλά
ακόμα αρνιέται να βγάλει το κιλοτάκι της.
(...) Θα θυμάστε πως στο πρώτο μέρος, όταν ο James Stewart ακολουθούσε τη Μάντλεν
στο νεκροταφείο, τα πλάνα την έδειχναν μυστηριώδη γιατί χρησιμοποιούσαμε φίλτρα
ομίχλης. Έτσι είχαμε ένα πράσινο χρωματικό εφέ πάνω από τη λάμψη του ήλιου.
Αργότερα , όταν ο James Stewart συναντά την Τζούντι, την έβαλα να μένει στο
ξενοδοχείο Εμπαίρ, στην Πόστ Στριτ, γιατί στην πρόσοψη αυτού του ξενοδοχείου,
υπάρχει ένα πράσινο νέον που αναβοσβήνει ασταμάτητα. Έτσι μπόρεσα να δημιουργήσω
χωρίς τέχνασμα το ίδιο μυστήριο γύρω από την κοπέλα, τη στιγμή που βγαίνει
από το μπάνιο. Το πράσινο νέον τη φωτίζει και είναι πραγματικά σαν να επιστρέφει
από τους νεκρούς.(...). Francois Truffaut: Υπάρχει στο Vertigo (Δεσμώτη του Ιλίγγου) μια κάποια βραδύτητα,
ένας ρυθμός παρατήρησης, που δεν τον συναντάμε στις άλλες ταινίες σας, που
συνήθως βασίζονται στην ταχύτητα, στο αστραπιαίο. Alfred Hitchcock: Πολύ σωστά, αλλά αυτός ο ρυθμός είναι εντελώς
φυσικός γιατί αφηγούμαστε την ιστορία από τη σκοπιά ενός συναισθηματικού ανθρώπου.
Σαν άρεσε
το παραμορφωτικό εφέ όταν ο James Stewart κοιτάζει στο κλιμακοστάσιο του καμπαναριού.
Ξέρετε πώς το κάναμε; Francois Truffaut: Φαντάστηκα πως ήταν ένα τράβελινγκ προς
τα πίσω σε συνδυασμό με ένα ζουμ προς τα εμπρός, έτσι είναι; Alfred Hitchcock: Πράγματι. Λύσαμε αυτό το πρόβλημα χρησιμοποιώντας Ντόλυ και
ζουμ ταυτόχρονα. Τους ρώτησα πόσο θα μου κόστιζε και μου απάντησαν “πενήντα
χιλιάδες δολάρια”, γιατί θα έπρεπε να βάλουμε την κάμερα ψηλά στο κλιμακοστάσιο
και να φτιάξουμε ένα ολόκληρο σύστημα που θα την ανύψωνε, θα την κρατούσε στο
κενό, με κάποιο κατάλληλο αντίβαρο κ.λ.π. Τότε τους είπα “Δεν υπάρχουν ηθοποιοί
σ’ αυτή τη σκηνή, είναι ένα υποκειμενικό πλάνο. Γιατί να μην φτιάξουμε σε μακέτα
ένα κλιμακοστάσιο, να βάλουμε τη μακέτα οριζόντια στο έδαφος και να κάνουμε
τα τράβελινγκ-ζουμ που θέλουμε;”. Έτσι μου κόστισε μόνο δεκαεννέα χιλιάδες
δολάρια. Francois Truffaut: Ε, έχει διαφορά! Νιώθω πως αγαπάτε ιδιαίτερα αυτή την ταινία,
έτσι δεν είναι; Alfred Hitchcock: Δεν μου αρέσει το κενό που υπάρχει στην ιστορία. Πώς ο άντρας
που έριξε τη Μάντλεν από το καμπαναριό, ήξερε πως ο James Stewart δεν μπορούσε
να ανέβει τις σκάλες; Μόνο και μόνο επειδή έπασχε από υψοφοβία. Δεν μπορούσε
να είναι τελείως σίγουρος. Francois Truffaut: Συμφωνώ, αλλά μου φάνηκε πως το δώσατε
μ’ ένα πολύ πειστικό τρόπο... Από ό,τι ξέρω, η ταινία δεν ήταν ούτε επιτυχία
ούτε αποτυχία.. Alfred Hitchcock: Απλώς κάλυψε τα έξοδα της. Francois Truffaut: Τη θεωρείτε λοιπόν αποτυχία; Alfred Hitchcock: Μάλλον ναι. Ξέρετε πως ένα από τα ελαττώματα μας όταν μια
ταινία δεν πάει καλά, είναι να κατηγορούμε το γραφείο διανομής. Για να σεβαστούμε,
λοιπόν, το έθιμο, ας πούμε πως η ευθύνη είναι του γραφείου διανομής.
(απο το βιβλίο Χίτσκοκ-Φρανσουά Τρυφώ, μετάφραση Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, εκδόσεις
Υψιλον, 1986)
Βραβεία- Συμμετοχές :
• Υποψήφια για 2 Oscar
Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ (Alfred Hitchcock) ήταν Άγγλος σκηνοθέτης. Γεννήθηκε στις 13 Αυγούστου 1899 στο Ιστ Εντ του Λονδίνου και πέθανε στις 29 Απριλίου 1980 στο Λος Άντζελες.
Ο Χίτσκοκ έπιασε σε δουλειά σε κινηματογραφικό στούντιο του Λονδίνου το 1920. Η δουλειά του ήταν να σχεδιάζει τους τίτλους αρχής για όλες τις ταινίες του στούντιο. Μετά από δύο χρόνια του δόθηκε η ευκαιρία να κάτσει στην καρέκλα του σκηνοθέτη. Ο σκηνοθέτης της ταινίας Always Tell Your Wife αρρώστησε και ζητήθηκε από τον Χίτσκοκ να τον αντικαταστήσει για να ολοκληρωθεί η ταινία. Οι παραγωγοί εντυπωσιάστηκαν από το αποτέλεσμα και του αναθέσαν να γυρίσει την πρώτη του, ουσιαστικά, ταινία, που ήταν ο Αριθμός 13. Μετά από λίγο καιρό όμως το στούντιο έκλεισε. Ο Χίτσκοκ σττη συνέχεια προσλήφθηκε στην Gainsborough Pictures ως σεναριογράφος και σχεδιαστής τίτλων. Το 1925 κατάφερε να σκηνοθετήσει το Pleasure Garden και αυτό σηματοδοτεί ουσιαστικά την αρχή της καριέρας του ως σκηνοθέτης.
Μετά από μια επιτυχημένη δεκαετία του '30, με ταινίες όπως τα 39 σκαλοπάτια, Ο άνθρωπος που ήξερε πολλά, Σαμποτάζ, με το ξεκίνημα του Β' Παγκοσμίου πολέμου αποφάσισε να μετακομίσει μόνιμα στις ΗΠΑ. Όταν επισκέφθηκε το Χόλυγουντ το 1940, όλοι οι παραγωγοί των μεγάλων στούντιο του έκλεισαν την πόρτα γιατί πίστευαν ότι δε θα μπορούσε να κάνει καριέρα στο χώρο. Τελικά, ο μεγαλο-παραγωγός Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ του πρόσφερε ένα επταετές συμβόλαιο. Του ανέθεσε αρχικά μια ταινία για τον Τιτανικό, αλλά το σχέδιο τελικά απορρίφθηκε και του ανέθεσε τη Ρεβέκκα. Η ταινία κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ταινίας του 1940, αλλά φυσικά το Όσκαρ πήγε στον παραγωγό και όχι στον Χίτσκοκ. Για τα επόμενα 20 χρόνια, μέχρι το Ψυχώ, γύριζε τη μια ταινία πίσω από την άλλη. Το 1955 συμφώνησε να προλογίζει μια τηλεοπτική σειρά με τίτλο Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ παρουσιάζει, που, σημειωτέον, διήρκησε δέκα χρόνια.
Μετά την καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία του Ψυχώ άρχισε να σκηνοθετεί ταινίες όλο και πιο αραιά. Από το 1977 μέχρι και το θάνατό του, δούλευε πάνω στη δημιουργία ενός φιλμ με τίτλο The Short Night. Μετά το θάνατό του, ο σεναριογράφος Ντέιβιντ Φρίμαν εξέδωσε την τελική εκδοχή του σεναρίου.
Προτάθηκε έξι φορές για Όσκαρ σκηνοθεσίας, το 1941 (Ρεβέκκα), το 1942 (Υποψίες), το 1945 (Η σωσίβια λέμβος/Ναυάγιο) το 1946 (Νύχτα αγωνίας), το 1955 (Σιωπηλώς μάρτυς) και το 1961 (Ψυχώ), αλλά δε το κέρδισε ποτέ.
Διάφορα Στοιχεία
Προτιμούσε πάντα τις ξανθές πρωταγωνίστριες. Οι πιο διάσημες ηθοποιοί που σκηνοθέτησε ήταν η Τζόαν Φοντέιν, η Ίνγκριντ Μπέργκμαν, η Μάρλεν Ντίτριχ, η Γκρέις Κέλι, η Κιμ Νόβακ, η Τζάνετ Λι, η Εύα Μαρί Σεντ, η Βέρα Μάιλς και η Τίπι Χέντρεν. Στις περισσότερες ταινίες του πάντως έχουν συμμετάσχει και οι διασημότεροι άρρενες ηθοποιοί της εποχής: Τσαρλς Λότον, Λόρενς Ολίβιε, Κάρι Γκραντ, Τζέιμς Στιούαρτ, Κλωντ Ρέινς, Γκρέγκορι Πεκ, Χένρι Φόντα, Σον Κόνερι και Πολ Νιούμαν.
Όταν ο Χίτσκοκ δεν πρόλαβε να αγοράσει τα δικαιώματα του βιβλίου Οι Διαβολογυναίκες, που μετέφερε στον κινηματογράφο ο Ανρί-Ζορζ Κλουζό το 1955, ζήτησε από τους συγγραφείς, τον Πιερ Μπουαλό και τον Τομά Ναρσεζεράκ, να του γράψουν ένα διήγημα αποκλειστικά για αυτόν. Το αποτέλεσμα ήταν το βιβλίο From Among the Dead, το οποίο γυρίστηκε με τον τίτλο Δεσμώτης του Ιλίγγου.
Ο Χίτσκοκ συχνά δήλωνε ότι η αγαπημένη του ταινία ήταν το Shadow of a Doubt και ότι ο Λουίς Μπουνιουέλ ήταν ο καλύτερος σκηνοθέτης όλων των εποχών. Επίσης, ο ίδιος θεωρούσε ότι η πρώτη του ταινία αληθινά ήταν ο Ένοικος.
Ο διάσημος ζωγράφος Σαλβαδόρ Νταλί συμμετείχε στους σχεδιασμούς της σεκάνς του ονείρου που βλέπει ο Γκρέγκορι Πεκ στην ταινία Νύχτα αγωνίας.
Η πρώτη έγχρωμη ταινία του ήταν Η Θηλειά το 1948, η οποία επίσης θεωρείται πειραματική και πρωτοποριακή επειδή είναι γυρισμένη εξ ολοκλήρου με μία κάμερα και χωρίς κανένα μοντάζ.
Φιλμογραφία
Είναι χαρακτηριστικό σε όλες σχεδόν τις ταινίες του Χίτσκοκ, η εμφάνιση που κάνει ο ίδιος ο Χίτσκοκ σε ρόλους κομπάρσου. Ο όρος στα αγγλικά είναι cameo appearence. Παρακάτω, παρουσιάζεται η φιλμογραφία του Χίτσκοκ, η cameo εμφάνισή του, όπου υπάρχει, και το χρονικό σημείο αυτής.
Αγγλική περίοδος:
Αριθμός 13 (Number 13, 1922)
The Pleasure Garden (1925)
The Mountain Eagle (1926)
The Lodger (1927), σε γραφείο εφημερίδας (3') και στον όχλο σε μια σύλληψη (92')
The Ring (1927)
Downhill (1927)
Champagne (1928)
Easy Virtue (1928), διασχίζοντας ένα γήπεδο τένις (15')
The Farmer's Wife (1928)
Εκβιασμός (Blackmail, 1929), στον υπόγειο (11')
The Manxman (1929)
An Elastic Affair (1930)
Juno and the Paycock (1930)
Murder! (1930), στον χώρο του εγκλήματος (60')
The Skin Game (1931)
Mary (1931)
Rich and Strange (1931)
Number Seventeen (1932)
Waltzes from Vienna (1933)
Ο άνθρωπος που ήξερε πολλά (The Man who Knew too Much, 1934)
Τα 39 σκαλοπάτια (The 39 Steps, 1935), έξω από ένα θέατρο (7')
Σαμποτάζ (Sabotage, 1936)
Secret Agent (1936)
Νέοι και αθώοι (Young and Innocent, 1937), ως φωτογράφος στο δικαστήριο (15')
Η εξαφάνιση της κυρίας (The Lady Vanishes, 1938), στην πλατφόρμα του σιδηροδρομικού σταθμού Victoria (90')
Τζαμάικα Ινν (Jamaica Inn, 1939)
Αμερικάνικη περίοδος:
Ρεβέκκα (Rebeca, 1940), περνώντας δίπλα από έναν τηλεφωνικό θάλαμο (123')
Ξένος ανταποκριτής/Πριν από τη θύελλα (Foreign Correspondent, 1940), δίπλα από ένα κουτί εφημερίδων (11')
Δε σε θέλω πια/Ο κύριος και η κυρία Σμιθ (Mr. and Mrs. Smith, 1941), περνώντας έξω από το κτίριο του κ. Σμιθ (41')
Υποψίες (Suspicion, 1941), στο ταχυδρομικό κουτί του χωριού (45')
Σαμποτέρ (Saboteur, 1942), δίπλα από ένα κουτί εφημερίδων (60')
Το χέρι που σκοτώνει (Shadow Of A Doubt, 1943), στο τραίνο προς Σάντα Ρόζα (17')
Aventure Malgache (1944) - μικρού μήκους
Bon Voyage (1944) - μικρού μήκους
Η σωσίβια λέμβος (Lifeboat, 1944), στην εφημερίδα ως διαφήμιση (25')
Νύχτα αγωνίας (Spellbound, 1945), στον ουρανοξύστη Empire State Building (36')
Νοτόριους (Notorious, 1946), στο πάρτι του Άλεξ Σεμπάστιαν (64')
Υπόθεση Παραντάιν (The Paradine Case, 1947), στον σταθμό του τρένου (36')
Η θηλειά (Rope, 1948), διασχίζοντας το δρόμο (1') και η σιλουέτα από νέον-φως (52')
Στον αστερισμό του αιγόκερω (Under Capricorn, 1949), στην παρέλαση Σίδνεϊ (3') και στα σκαλιά του κυβερνητικού κτιρίου (14')
Ο δολοφόνος έρχεται κάθε βράδυ (Stage Fright, 1950) στο δρόμο (38')
Ο άγνωστος του εξπρές (Strangers on a Train, 1951), όταν επιβιβάζεται στο τρένο (10')
Η εξομολόγηση (I Confess, 1953), στην κορυφή της σκάλας στο Κεμπέκ (1')
Τηλεφωνήσατε ασφάλεια αμέσου δράσεως (Dial M for Murder, 1954), σε μια αναμνηστική φωτογραφία (13')
Σιωπηλώς μάρτυς (Rear Window, 1954), διορθώνοντας ένα ρολόι (25')
Το κυνήγι του κλέφτη (To Catch a Thief, 1955), επιβάτης σε ένα λεωφορείο (10')
Ποιος σκότωσε το Χάρι; (The Trouble with Harry, 1955), περνώντας έξω από μια έκθεση (21')
Ο άνθρωπος που ήξερε πολλά (The Man Who Knew Too Much, 1956), στην αγορά του Μαρόκο (25')
13 εγκλήματα ζητούν ένοχο/Ο λάθος άνθρωπος (The Wrong Man, 1956)
Δεσμώτης του ιλίγγου (Vertigo, 1958), διασχίζοντας ένα ναυπηγείο (10')
Στη σκιά των τεσσάρων γιγάντων (North by Northwest, 1959), χάνοντας το λεωφορείο (2')
Ψυχώ (Psycho, 1960), περνώντας έξω από το γραφείο της Μάριον Κρέιν (7')
Τα πουλιά (The Birds, 1963), φεύγοντας από ένα κατάστημα ζώων (2')
Μάρνι (Marnie, 1964), βγαίνοντας από ένα δωμάτιο ξενοδοχείου (5')
Το σχισμένο παραπέτασμα (Torn Curtain, 1966), καθήμενος στο λόμπυ ενός ξενοδοχείου (8')
Τοπάζ (Topaz, 1969), στο αεροδρόμιο Λα Γκουάρντια της Νέας Υόρκης (28')
Φρενίτις (Frenzy, 1972), σε μια πολιτική διαδήλωση (3')
Οικογενειακή συνομωσία (Family Plot, 1976), εμφάνιση της σιλουέτας του έξω από ένα γραφείο (40')
Re: Ο ΔΕΣΜΩΤΗΣ ΤΟΥ ΙΛΙΓΓΟΥ (1958) (VERTIGO) του Άλφρεντ Χίτσκοκ [επανέκδοση] (Βαθμολογία αναγνωστών: 1) από dimos8enis Παρασκευή, 12 Ιούν. 2009 @ 07:30:34 MST (Πληροφορίες χρήστη | Αποστολή μηνύματος)
Ε όχι και "διατροφικός" ο Χιτσκοκ!! :P Πάντως πέρα από τη πλάκα, όντως πρόκειται για μία εξαιρετική ταινία η οποία είναι αντιπροσωπευτική του δημιουργού της, αν και συνεχίζω να προτιμώ τα "Πουλιά" και το "Rope"...
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΡΗΤΑ Η ΜΕΡΙΚΗ Ή ΟΛΙΚΗ ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ, ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΥΠΕΥΘΥΝΟΥ Το πρωτότυπο περιεχόμενο του myFILM.gr, είναι αποτέλεσμα δημοσιογραφικής έρευνας και εργασίας και προστατεύεται από το νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων και διανόησης.
All logos, trademarks and content in this site are property of their respective owner, the comments and reviews of their posters. Όλες οι δημοσιεύσεις σε αυτές τις ιστοσελίδες εκφράζουν τις απόψεις και τη γνώμη των συντακτών τους και όχι του εκδότη ή αρχισυντάκτη, των διαχειριστών ή συντονιστών (εκτός των δημοσιεύσεων των ιδίων) και ως εκ τούτου δεν φέρουν καμία ευθύνη για αυτές. myfilm.gr | themovie.gr | cinestar.gr | thestarmovie.com | thestarfilm.com | xms24.com